Εφημερίς Ισηγορία

Ελεύθερο Ηλεκτρονικό Αναγνωστήριο

© + P Εκδόσεις Ισηγορία Στέφανος Β. Κουκουλομάτης. ISSN: 2459-4369 - e-Free Press
Κατ' αρχήν όλα τα γραπτά εδώ είναι για ενήλικες θα σας παρακαλούσαμε να μην συνεχίσετε αν είστε ανήλικος είναι σίγουρο πως έχετε πολλά άλλα εξίσου ωραία πράγματα να κάνετε, ολίγη υπομονή και περισσότερες γνώσεις δεν θα σας βλάψουν, αντιθέτως θα σας βοηθήσουν να εννοήσετε καλώς τα παρακάτω γεγραφθέντα. Ή αλλιώς συμβουλευτείτε τους γονείς σας για το αν θα σας επιτρέψουν να συνεχίσετε σε αυτό το link.

home

© & ISBN & ISSN Εθνικής Βιβλιοθήκης Ελλάδας - Στέφανος Β. Κουκουλομάτης και όλοι οι παρακάτω αναφερόμενοι συγγραφείς - Εκδόσεις Ισηγορία ή Χθών και Εφημερίς Ισηγορία - Ηλεκτρονικό Αναγνωστήριο - Cyber Reader.
Σε αυτήν την σελίδα, την οποία ιδρύουμε σήμερα (11 Μαϊου τού ασώτου έτους 2020), θα δημοσιεύουμε, ανά διαστήματα και όποτε συγγραφείς μας δίνουν, γραπτά, τα οποία όσοι επιθυμούν προφανώς έχουν την ελευθερία να τα διαβάζουν. Δεχόμαστε κείμενα κάθε είδους λογοτεχνίας όπως μυθιστορήματα, δοκίμια, πολιτικά, ιστορικά, μελέτες, έρευνες, έμμετρα και άλλα. Δεν ζητάμε από τους συγγραφείς να πληρώσουν κάποιο ποσό για να δημοσιευτεί εδώ το γραπτό τους. Για να μας δειγματίσετε το κείμενό σας απλώς στείλτε αυτό με ηλεκτρονικό μήνυμα σε εμάς. Θα σας παρακαλούσαμε για να μην υπάρχουν τριβές και διαφωνίες να ελεγχετε καλώς και λεπτομερώς το γραπτό σας. Επίσης κάθε γραπτό θα δημοσιεύεται με e-book ISBN και τα δικαιώματα ( © Copyright ) της παρούσας δημόσιας ηλεκτρονικής έκδοσης θα ανήκουν στις εκδόσεις Ισηγορία - Χθών (Στέφανος Βασιλείου Κουκουλομάτης) και στον, ή στην, συγγραφέα, για την δική σας και δική μας ασφάλεια των γραπτών σας. Σε περίπτωση αναδημοσίευσης παρακαλούμε να αναφέρετε την πηγή (με link στην σελίδα αυτήν) και τον συγγραφέα όπως ακριβώς τα έχουμε εδώ -Είναι ελεύθερα αλλά όχι για κερδοσκοπους και μην κάνετε κατάχρηση της ελευθερίας αυτής, διότι θα θυμώσουν τα τίμια ηλεκτρόνια της ελευθερίας και θα σας κυνηγήσουν. Επίσης τονίζουμε πως δεν λογοκρίνουμε τα κείμενα κάθε συγγραφέας διότι θα δέναμε με αλυσίδες την ελευθερία του λόγου. Το τι είναι σωστό και τι λανθάνον θα το κρίνει η ιστορία και η εξέλιξη του ανθρώπινου είδους και όχι οι συντηρητικοί και δογματικοί κάθε εποχής. Αν κάποιοι θέλετε να πείτε οτιδήποτε στους συγγραφείς επικοινωνείστε με αυτούς ή στείλτε μας email να τους το δώσουμε εμείς.
Μερικές οδηγίες για την όχι κουραστική ανάγνωση: Διαβάζοντας παρατηρήσαμε ότι πιο ξεκούραστη είναι η αμαυρή σελίδα με γκρί γράμματα διότι μειώνεται η ακτινοβολία, αυτό συμβαίνει διότι όταν είναι αμαυρή η οθόνη για να έχουμε αμαυρό απλώς σβήνει, αντιθέτως όταν η οθόνη είναι λευκή ή με άλλα χρώματα και τα γράμματα αμαυρά ή άλλα χρώματα έχουμε περισσότερη ακτινοβολία διότι η οθόνη είναι αναμένη και τα μάτια κουράζονται. Το site είναι ΕΛΑΣΤΙΚΟ για να ταιριάζει με όλες τις οθόνες και αλλάζει αναλόγως με το παράθυρο κάθε συσκευής. Αν το κείμενο ανοίγει πολύ στις μεγάλες οθόνες (το πλάτος από δεξιά και αριστερά) στο παράθυρο σας και είναι κουραστικό το διάβασμα, απλώς γίνεται να μειώσετε την έκταση της σελίδας μας όσο εσείς θέλετε (όταν την ανοίγετε από κάθε είδους κινητο ούτως ή αλλως είναι μικρό το πλάτος). Στις μεγάλες οθόνες μην πατήσετε το maximize window και με το ποντίκι μειώστε το πλάτος, έτσι το κείμενο θα έχει όσο πλάτος εσείς θέλετε για να μην κουράζονται τα μάτια σας. Επίσης γίνεται να πηγαίνετε πάνω και κάτω από τα βελάκια στο πληκτρολόγιο.

Αν θέλετε να ακούτε και μουσική καθώς διαβάζετε πατήστε το play στην νέα σελίδα


Υποστηρίξτε την συνέχεια κατά βούληση

Η ανταλλαγή είναι ένα βήμα προς καλύτερες κοινωνίες. Αν έχετε την δυνατότητα και την ευχέρια και αισθάνεστε γεναιόδωροι, σκεφτείτε πως όπως όλοι οι άνθρωποι έτσι και οι συγγραφείς μελετούν, πληρώνουν λογαρισμούς, τρώνε, κοιμούνται, ερωτεύονται και κάνουν πολλά άλλα πράγματα για να έχουν ικανότητα να γράψουν.

 


Επιλέξτε από τα παρακάτω γραπτά

Η ορχήστρα - Ένα παραμύθι του Martin Baldwin-Edwards

Αναστάσιος Ι. Πατσιλινάκος - Υποβολές VS Αυθυποβολή - Δοκίμιο

Γλαύκωψ - Σκέψεις για τροφή κάθε είδους - Δοκίμιο

Μένανδρος

Eleni von Mondlicht (Αψουνέλι) - Εδώ, παίζουμε με τα ΜΑΤάκια, ή Περί Δικαίου Πολίτις - Αθηναϊκές ιστορίες

Πλάτων

Φώτη Κανελλόπουλου - Ο αντιστασιακός φοιτητής - Μυθιστόρημα

Αναστάσιος Ι. Πατσιλινάκος Μια κατάσταση που βιώνω με οδύνη ξανά και ξανά όταν κοιμάμαι… - Δοκίμιο

Γλαύκωψ Στέφανος Β Κουκουλομάτης Η ΒΙΒΛΟΣ ΤΩΝ ΑΚΑΤΟΝΟΜΑΣΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ - Μυθιστόρημα

Στέφανος Γλαύκωψ Β. Κουκουλομάτης - Ο ΘΡΗΣΚΟΛΗΠΤΟΣ - Μυθιστόρημα


Η ορχήστρα - Ένα παραμύθι του Martin Baldwin-Edwards - Ιούλιος 2020 - Μετάφραση Μ. Αυγουστάτος

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας βασιλιάς. Όμως στην πραγματικότητα δεν ήταν βασιλιάς, απλώς  σκέφτηκε ότι θα έπρεπε να είναι βασιλιάς και υπήρχε κάτι λάθος σε έναν κόσμο όπου δεν θα έπαιρνε αυτό το οποίο δικαίως ήταν δικό του. Ήξερε, από την ηλικία των 11 ετών, ότι προοριζόταν να γίνει βασιλιάς τού κόσμου, οπότε αυτό είχε σημασία. Εν πάση περιπτώσει, είχε μόλις διοριστεί διαχειριστής ενός βασιλείου: αυτό ήταν πραγματικά το ίδιο με το βασιλιά, εκτός από εκείνη την ηλικιωμένη γυναίκα η οποία αποκαλούνταν Βασίλισσα ή κάτι τέτοιο πάνω κάτω: διατηρούσαν απλώς κάποια ιστορική παράδοση, τίποτα σημαντικό σήμερα.

Ο βασιλιάς Μπόρις* ήταν πολύ δυσαρεστημένος. Τα μεγάλα σχέδιά του δεν προχωρούσαν καθόλου καλά. Το Ηνωμένο Βασίλειο του Brexitland βρισκόταν ακόμα στη Γη, παρά τις αρκετές προηγούμενες ανακοινώσεις του ότι θα έφευγε από τη Γη. Είχε δημιουργήσει ακόμη ένα Τμήμα για την Έξοδο από τη Γη: σίγουρα αυτό θα έπρεπε να ήταν αρκετό για να συμβεί; Φαινόταν ότι υπήρχαν όλα τα είδη των προβλημάτων που παρεμπόδιζαν τα πράγματα, όπως κάτι που δεν είχε ακούσει ποτέ πριν, που ονομάζεται βαρύτητα. Προφανώς, αυτό επινοήθηκε μερικούς αιώνες πριν από έναν άπληστο επιστήμονα που ονομαζόταν Isaac Newton, ο οποίος ήθελε τα μήλα στα δέντρα να πέφτουν στο έδαφος αντί να επιπλέουν στον αέρα, όπως συνηθιζόταν. Αυτοί οι επιστήμονες και άλλοι ειδικοί ήταν όλοι ταραχοποιοί - αποφασισμένοι να κάνουν τη ζωή των αξιοπρεπών, σκληρά εργαζόμενων πολιτικών όσο το δυνατόν πιο δυσάρεστη. Ένας άλλος ειδικός είχε ανακοινώσει ότι δεν υπήρχαν αρκετά χρήματα στη Γη, πόσο μάλλον στο Μπρέξιτλαντ, για να πληρώσουν για το κόστος των ρουκετών, των διαστημικών πλοίων και των καυσίμων που χρειάζονταν για να μεταφέρουν τη χώρα στο διάστημα. Ένας βιολόγος ισχυριζόταν ότι οι άνθρωποι χρειάζονται οξυγόνο για να αναπνεύσουν και αυτός (ο βασιλιάς Μπόρις) δεν είχε κάνει σχέδια για την παροχή του!
Αυτές οι ασήμαντες λεπτομέρειες άρχισαν να τον εξαντλούν. Πέρα από όλα αυτά, η κυβέρνησή του αποδείχτηκε απογοητευτική. Ο γελωτοποιός του -E E Cummings- αποδείχτηκε πιο εχθρικός παρά διασκεδαστικός, ενώ το ίδιο το υπουργικό συμβούλιο ήταν ανακυκλωμένα σκουπίδια από τις άθλιες μέρες του Cameron και τής May. Ακριβώς τότε, η εσωτερική οικονόμος του βασιλιά Μπόρις μπήκε στο δωμάτιο, με ένα περίεργο βλέμμα ανησυχίας στο πρόσωπό της. "Καλημέρα, αγαπητέ", είπε, αφηρημένα. Ο Μπόρις γρύλισε συγκαταβατικά.
«Πώς σου φέρεται η ζωή;» συνέχισε. Ο Μπόρις γρύλιζε ξανά, αυτή τη φορά με αποδοκιμασία.
Η Κάρρι δεν θα αποθαρρυνόταν από αυτό το γρύλισμα. "Λοιπόν, σκεφτήκαμε ότι πρέπει να γνωρίζετε ότι υπάρχει κάποια πολιτική αναταραχή - συγκεκριμένα στην μορφωμένη μεσαία τάξη. Ξέρετε, οι άνθρωποι στο Λονδίνο, την Οξφόρδη και το Cambridge που κρατούν την οικονομία και τρέχουν τη χώρα". Αυτή τη φορά ο Μπόρις κινητοποιήθηκε να απαντήσει. "Τι εννοείτε, πολιτική αναταραχή;" ρώτησε. «Όλη η χώρα με αγαπάει: Εκλέχθηκα με μεγάλη πλειοψηφία!» Η Κάρρι αναστέναξε. Δεν ήταν εύκολο να ζεις με έναν άνδρα που δύσκολα μπορούσε να δέσει τα δικά του κορδόνια, αλλά θεωρούσε τον εαυτό του εξαιρετικά έξυπνο. "Όχι, αγαπητέ", απάντησε. "Είναι οι ηλίθιοι που ψήφισαν για σας: θεωρούν ότι είστε σαν αυτούς. Οι μορφωμένοι άνθρωποι δεν ψήφισαν γενικά εσάς. Εν πάση περιπτώσει, η αναταραχή αφορά την κλασσική μουσική και την έλλειψη ορχηστρών στη χώρα. Κάτι πρέπει να γίνει ή θα υπάρξει άμεση εξέγερση."
Ο Μπόρις ήταν σκασμένος. Πρώτα απ 'όλα, γιατί πρέπει να νοιάζεται κάποιος τι σκέφτονταν οι μορφωμένοι άνθρωποι;
Μερικοί από αυτούς ήταν οι φοβεροί "ειδικοί" που μάστιζαν τη ζωή του. Δεύτερον, γιατί τους νοιάζει η κλασσική μουσική; Και τρίτον, τι ήταν αυτή η ανοησία για το ότι δεν υπάρχουν ορχήστρες στο Brexitland; "Έχουμε πολλές ορχήστρες", γκρινιάζει. "Πάρα πολλές στην πραγματικότητα. Είναι χάσιμο χρόνου και χρημάτων." Η Κάρρι αναστέναξε ξανά, αυτό θα ήταν τόσο δύσκολο όσο περίμενε. "Όχι, Μπόρις. Όταν ανακοινώσατε ότι η χώρα σύντομα θα προωθηθεί στο διάστημα με εκτοξευτές ρουκετών, όλοι οι κλασσικοί μουσικοί και ορχήστρες έφυγαν. Κυρίως για τη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ολλανδία και άλλους πολιτισμένους τόπους, πλέον. Δεν έχουμε ορχήστρες στο Brexitland." Ο Μπόρις κοίταξε στο κενό, καθώς η Κάρρι έφυγε γρήγορα από το δωμάτιο, αναρωτώμενος πως είχε μπλεχτεί μαζί της.

Το επόμενο πρωί ο Βασιλιάς Μπόρις συνοδευόταν από την Κάρρι, αρκετά μέλη του υπουργικού συμβούλιου και όλους τους σύμβουλούς του. Από μέσα του αναρωτιόταν: ετοίμαζαν κάτι και δεν είχε πάρει καν πρωινό. "Καλά νέα!", αναφώνησαν από κοινού. "Έχουν βρεθεί χρήματα - από τράπεζες - για τη χρηματοδότηση μιας νέας εθνικής ορχήστρας. Είναι κάτι παραπάνω από αρκετό και μπορεί να πληρώσει ψηλούς μισθούς για όλους". Με την αναφορά των χρημάτων, τα αυτιά του Boris σηκώθηκαν. Η Κάρρι συνέχισε: "Και νομίζουμε ότι πρέπει να είσαι ο κύριος μαέστρος της ορχήστρας..." Ο Μπόρις τραύλισε πάνω απ' την κούπα του στιγμιαίου καφέ. "Αλλά μισώ μουσική! Και δεν ξέρω τίποτα γι 'αυτήν, έτσι κι αλλιώς!" Ο Cummings κούνησε το κεφάλι του και στη συνέχεια ήσυχα είπε:" Αυτό θα είναι ένας πολιτικός διορισμός. Θα είναι πολύ αριστοκρατικό, θα κερδίσετε υψηλό μισθό και θα είστε πολύ σημαντικός. Το θέμα της μουσικής δεν πειράζει." Ο Μπόρις αισθάνθηκε ένα συγκεκριμένο κύμα ενδιαφέροντος: του άρεσε να πληρώνεται μεγάλα χρηματικά ποσά για να μην κάνει τίποτα. Στην πραγματικότητα, αυτό ήταν το κύριο ενδιαφέρον του για τη ζωή, μετά από... εμμμ, ξέρετε τι.
Το όνομα που επιλέχθηκε (από την Κάρρι) για τη νέα ορχήστρα ήταν η Φιλαρμονική του Brexitland. Διακανονίστηκε με τις τράπεζες ότι ο βασιλιάς Μπόρις θα ήταν ο κύριος μαέστρος, και θα επιλέξει προσωπικά τους μουσικούς που θα αποτελέσουν την ορχήστρα. (Στην πραγματικότητα, η Κάρρι και οι σύμβουλοι θα έκαναν όλη τη δουλειά.) Η διαχείριση της ορχήστρας θα ακολουθούσε στενά την κανονική πολιτική πρακτική, όπως η δημιουργία μιας νέας κυβέρνησης. Ως εκ τούτου, θα διορίσουν αμέσως τα μέλη της ορχήστρας, θα έχουν μια πρώτη (και μόνη) πρόβα μέσα σε μια εβδομάδα και μια εναρκτήρια συναυλία σε ζωντανή μετάδοση τηλεοπτικά, ραδιοφωνικά και σε internet streaming μέσα σε δύο εβδομάδες. Ο Cummings πρότεινε να σταλεί ένα ανεπίσημο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σε όλα τα μέλη του Συντηρητικού Κόμματος, καλώντας τους να υποβάλουν αίτηση για μια θέση στην ορχήστρα. Οι πολύ υψηλοί μισθοί θα είναι ελκυστικοί και στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο θα ορίζεται ότι δεν απαιτείται επαγγελματική εκπαίδευση στη μουσική, αλλά θα προτιμούσαν όσους είχαν προσπαθήσει κάποτε να παίξουν ένα όργανο.

Μέσα σε δύο ημέρες, η απόκριση στα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ήταν εκπληκτική. Ο τυπικός μισθός που προσφέρθηκε (διπλάσιος του πανεπιστημιακού καθηγητή) τράβηξε το ενδιαφέρον στα μέλη του κόμματος. Η Κάρρι επέλεξε τους αιτούντες που δεν ήταν πολύ ηλικιωμένοι (πολλοί ήταν πάνω από 90) και φαινόταν αόριστα κατάλληλοι για τις θέσεις εργασίας. "Αυτό είναι κατά πολύ σαν να επιλέγετε υπουργούς για την κυβέρνησή σας", γέλασε. Μέχρι το τέλος της τρίτης ημέρας, ολοκληρώθηκε η σύνθεση της ορχήστρας. Έμεναν τρεις μέρες πριν από την πρώτη πρόβα. "Ποια κομμάτια θα παίξετε;" ρώτησε ο Υπουργός Τεχνών του Μπόρις, με κάτι σαν καταπιεσμένη ευφορία. Ο Μπόρις άρχισε να πανικοβάλλεται. "Εμμ, σκέφτηκα αυτό το δημοφιλές αγγλικό κομμάτι, το "Land of Dopes and Tories", το οποίο παιζόταν πολύ στις συναυλίες του Λονδίνου. Οι υπουργοί κοιτάχτηκαν ερωτηματικά. Η Κάρρι ήρθε προς διάσωσή του: «Ο Μπόρις εννοεί το «Land of Hope and Glory» του Elgar, τόνισε, προς ανακούφισή τους. "Αυτό είναι πολύ καλό", είπε κάποιος, "αλλά διαρκεί μόνο περίπου πέντε λεπτά. Είναι δύσκολο να το επαναλάβετε είκοσι φορές για μια πλήρη συναυλία!" Οι άλλοι συμφώνησαν, παρόλο που ο Μπόρις δεν έβλεπε που είναι το πρόβλημα. Αυτό ήταν ακριβώς αυτό που έκανε με όλες τις ομιλίες του, απλώς επαναλάβανε τα ίδια πράγματα επ άπειρο. Κανείς δεν το παρατηρούσε ποτέ ούτε παραπονέθηκε. Ως συνήθως, ο Cummings είχε μια εξωφρενική ιδέα: "Γιατί να μην εκτελέσετε την Ενάτη του Μπετόβεν; Είναι ένα μνημειώδες έργο και έχει το πλεονέκτημα ότι το κλείσιμο με την 'Ωδή στη Χαρά' που είναι ο επίσημος ύμνος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό θα τους ενοχλήσει πραγματικά, και ειδικά τους Γερμανούς.» Ο Μπόρις ένευσε με ενθουσιασμό. Ήταν υπέρ του να τσιγκλίσουν τους πολιτικούς της Ευρώπης, αφού του συμπεριφέρθηκαν τόσο άσχημα.

Η πρόβα ξεκίνησε κάπως απαράδεκτα. Παρόλο που σχεδόν όλοι εμφανίστηκαν (κάποιοι είχαν πεθάνει στο ενδιάμεσο), κανένας από αυτούς δεν είχε μουσικό όργανο. Ευτυχώς, ο Υπουργός Τεχνών ήταν επίσης υπεύθυνος για τα μουσεία: με μια μεγάλη αστυνομική συνοδεία, έφυγε για να επεδράμει σε όλα τα μουσεία για κατάλληλα παλιά μουσικά όργανα που παρέδωσαν στην ορχήστρα. Μέσα σε λίγες ώρες, αυτά είχαν διανεμηθεί και η πρόβα θα μπορούσε να ξεκινήσει. Οι παρτιτούρες και τα μουσικά μέρη είχαν επιταχθεί από τη Βρετανική Βιβλιοθήκη και τα τμήματα μουσικής από πολλά σχολεία στο κεντρικό Λονδίνο. Ο Μπόρις σήκωσε τα χέρια του, σαν να παρακαλούσε τους θεούς, και τα μέλη της ορχήστρας έκαναν θόρυβο με τα όργανα τους. Μέσα σε λίγα λεπτά, ο Μπόρις φώναξε: "Σταματήστε! Για το όνομα του Θεού, σταματήστε!" Στην πραγματικότητα, ήταν πραγματικά πολύ άσχημα. Η κακοφωνία ήταν σωματικά οδυνηρή για να την αντέξει κανείς. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι μόνο τρία μέλη της ορχήστρας ήξεραν να διαβάζουν τη μουσική. Η κατάσταση ήταν τρομερή και δυνητικά πολιτική καταστροφή για την κυβέρνηση. Ο Μπόρις ήταν απογοητευμένος. Αυτό υποτίθεται θα ήταν εύκολο χρήμα!

Και πάλι, ο Cummings ο γελωτοποιός (που τώρα προήχθη σε επικεφαλής στρατηγό) έφτασε σε διάσωση του Μπόρις. "Δεν χρειάζεται πραγματικά να εκτελέσετε το κομμάτι: υπάρχουν πολλές καλές ηχογραφήσεις που μπορούμε απλά να παίξουμε, με play back. Και με την ευκαιρία, ξεχάσατε να οργανώσετε μια χορωδία. Ας ελπίσουμε ότι κανείς δεν θα το παρατηρήσει!" Με αυτή τη λαμπρή πρόταση, ο Μπόρις αισθανόταν ασφαλής ξανά. Επέλεξαν μια φημισμένη ηχογράφηση της Deutsche Grammophon, με τη Φιλαρμονική του Βερολίνου, για να χρησιμοποιήσουν για τη συναυλία. (Δεν χρειαζόταν άδεια, καθώς η Brexitland δεν τήρησε πλέον τα πνευματικά δικαιώματα έξω από το βασίλειο.) Η ορχήστρα μαζεύτηκε για δεύτερη πρόβα την επόμενη μέρα. Αυτή τη φορά, η μουσική διοχετεύτηκε στην αίθουσα συναυλιών και οι οργανοπαίκτες πήραν οδηγίες για το πώς να μην παίξουν τα μουσικά τους όργανα. Τα έγχορδα τροποποιήθηκαν έτσι ώστε τα αντηχεία δεν λειτουργούσαν καθιστώντας τα σχεδόν αθόρυβα. Οι οργανοπαίκτες των πνευστών είχαν οδηγίες να μην φυσούν, αλλά να υποκρίνονται για τις τηλεοπτικές κάμερες. Και τα κρουστά τροποποιήθηκαν έτσι ώστε να μην βγάζουν κανένα ήχο. Με αυτές τις προσαρμογές, ο Μπόρις κούνησε τα χέρια του σαν να έκανε μια πολιτική ομιλία, χοντρικά συγχρονισμένος με τη μουσική. Η Κάρρι έκρινε την πρόβα ως μεγάλη επιτυχία, σε αντίθεση με την καταστροφή της προηγούμενης ημέρας.

Η μεγάλη μέρα σύντομα έφτασε. Ο βασιλιάς Μπόρις αποφάσισε να τιμήσει την εμφάνισή του με ένα καινούργιο κοστούμι - όλα κίτρινα, σε φρίκη ολωνών εκτός από τον γάτο Larry. Όλη η συναυλία προχώρησε σύμφωνα με το σχέδιο -στην πραγματικότητα, εκπληκτικά καλά- και μεταδόθηκε ζωντανά σε ολόκληρο το βασίλειο. Ποτάμια μελανιού χύθηκαν σε παραληρηματικές κριτικές, με τίτλους όπως "Μπόρις ο σπουδαιότερος ζωντανός μουσικός ζωντανός!", "Η νέα μας εθνική ορχήστρα δείχνει τα χρώματα της - και είναι υπέροχα!" Και ούτω καθεξής. Κανένα σχόλιο δεν ήταν λιγότερο από υπερβολικό. Βεβαίως, βοήθησε το ότι όλες οι εφημερίδες και τα τηλεοπτικά κανάλια βρίσκονται είτε υπό άμεσο κυβερνητικό έλεγχο είτε να ανήκουν σε φιλικούς ξένους δισεκατομμυριούχους. Μερικοί από τους διανοούμενους του Oxbridge παραπονέθηκαν στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης ότι η συναυλία ήταν «fake (ψεύτικη) μουσική, όπως τα fake news της κυβέρνησης», αλλά κανείς δεν τους πήρε στα σοβαρά. Το κοινό ήταν εκστασιασμένο από την ποιότητα της παράστασης και την εμφάνιση του ίδιου του Μπόρις. Όπως αναμενόταν, κανείς δεν ανέφερε το κίτρινο κοστούμι του μαέστρου ή το ανορθόδοξο στιλ του. Με αυτή την επιτυχία, ο Μπόρις ανέθεσε σε μερικούς δημόσιους υπαλλήλους όλες τις μελλοντικές διευθύνσεις των κονσέρτων, αν και θα διατηρούσε πλήρες μισθό ως κύριος Διευθυντής.

Αυτή, κορίτσια και αγόρια, είναι η ιστορία για το πώς δημιουργήθηκε η θαυμάσια και νέα μας εθνική ορχήστρα, η Φιλαρμονική του Brexitland. Είναι δικαιωματικά η υπερηφάνεια του έθνους. Δεν είναι σημαντικό ότι κανένας από τους μουσικούς δεν μπορεί να παίξει ένα όργανο ή ότι όλα τα όργανα είναι σιωπηρά: το σημαντικό είναι ότι κάθε μέλος της ορχήστρας είναι ένα πλήρως μισθοδοτούμενο μέλος του Συντηρητικού Κόμματος. Εκπαιδευμένους μουσικούς βρίσκεις παντού πανεύκολα στον κόσμο, αλλά τα μέλη του Κόμματος είναι ένας μικρός αριθμός πατριωτών και ηρωικών πολιτών που στηρίζουν τον σπουδαίο ηγέτη μας -τον βασιλιά Μπόρις- στην γενναία του διαχείριση της χώρας, καθώς επεδράμει στα βάθη του απώτερου διαστήματος.

 

Martin Baldwin-Edwards
24 Δεκ. 2019

* Όλα τα ονόματα και οι τίτλοι έχουν αλλάξει, για να προστατεύσουν την ταυτότητα των ζωντανών και των ζόμπι.

Άλλα Γραπτά


Αναστάσιος Ι. Πατσιλινάκος - Υποβολές VS Αυθυποβολή - Δοκίμιο - Ιούνιος 2020

Θα πιστεύεις πάνω-κάτω αυτό που λέει ο παρακάτω ορισμός για την πραγματικότητα. Ότι δηλαδή η πραγματικότητα είναι μια καταφανώς υπαρκτή συνθήκη χώρου και χρόνου, στο πλαίσιο της οποία ζεις, κινείσαι, δέχεσαι ερεθίσματα και πράττεις κατά βούληση.
Λάθος! Η πραγματικότητα είναι μια αποκλειστικά δική σου κατάσταση των πραγμάτων. Ένα υποκειμενικό κατασκεύασμα του εγκεφάλου σου, ο οποίος έχει διαμορφωθεί νευρωνικά από τις υποβολές που έχεις δεχτεί ως τώρα. Δεν αντιλαμβάνεσαι αυτή καθεαυτή την πραγματικότητα λοιπόν αλλά μια εκδοχή της, τη δική σου εκδοχή της πραγματικότητας, που βασίζεται σε υποκειμενικές, εσφαλμένες, ατελείς, ελαττωματικές ερμηνείες σου. Ο εγκέφαλος σου είναι προγραμματισμένος να επεξεργάζεται τα ερεθίσματα, με βάση αυτά που ήδη γνωρίζει. Με λίγα λόγια ό,τι βλέπεις ως πραγματικό είναι αυτό που γνωρίζεις ως πραγματικό. Και πώς γνωρίζει κανείς όσα γνωρίζει; Είναι απλό: με την υποβολή.
Η οικογένεια ως πυρήνας της κοινωνίας, η παιδική ηλικία, η εφηβεία, το εκπαιδευτικό σύστημα, η ενήλικη ζωή, η αγορά εργασίας, οι σχέσεις –διαπροσωπικές, ερωτικές, επαγγελματικές–, ο γάμος, η δημιουργία της δικής σου οικογένειας, το διαζύγιο, η κοινή ζωή σου με άνθρωπο του αντίθετου, η ακόμη και του ίδιου φύλου με εσένα μέχρι να σας χωρίσει ο θάνατος, το γήρας και το βιολογικό τελος που κρέμεται ως δαμόκλειος σπάθη πάνω από το κεφάλι σου είναι η υποβολιμαία data σου. Θα μου πεις ότι υπάρχουν και οι εξαιρέσεις σε αυτή τη data που περνιέται στον σκληρό δίσκο της πλειοψηφίας και ότι εσύ είσαι μοναδικός... Δεν είσαι μοναδικός. Απλά προσβλήθηκες από κάποιους νοητικούς ιούς και υπάρχει το κατάλληλο antivirous  για σένα, που επιχείρησες να αποδομήσεις την κοινωνική συνοχή. Εννοείται ότι ανάλογα με τους νοητικούς ιούς που έχει «τσιμπίσει» κανείς, τα antivirus της κοινωνικής συνοχής λειτουργούν 100%, λιγότερο ή και καθόλου.
Ένας τέτοιος νοητικός ιός που «ταιριάζει γάντι» στα παραπάνω, ως μια φιλοσοφικής θεώρησης απάντηση στο ερώτημα «τι πραγματικά εννοούμε όταν λέμε “πραγματικότητα”;», είναι ο σολιψισμός. Ετυμολογικά προέρχεται από το λατινικό «solus ipse» που σημαίνει «ο ίδιος μόνο», ωστόσο  μπορεί να τον συναντήσει κανείς και ως εγωμονισμό, αυτοκρατία ή μεταφυσικό εγωισμό. Ο σολιψισμός που είναι η πιο ακραία μορφή του γνωσιολογικού ιδεαλισμού αρνείται όλα όσα κατά γενική ομολογία θεωρούμε υπαρκτά υποστηρίζοντας ότι δεν υφίσταται αντικειμενική εξωτερική πραγματικότητα. Πρόκειται δηλαδή για την μεταφυσική πεποίθηση  ότι δεν υπάρχει τίποτα άλλο στον κόσμο εκτός από την ίδια την ανθρώπινη συνείδηση. Ότι ο κόσμος όπως τον γνωρίζουμε είναι δημιούργημα του ανθρώπινου νου. Άρα δεν υπάρχει τίποτα ανεξάρτητο από την ανθρώπινη νόηση. Το παραμικρό που να μην έχει δημιουργηθεί από την σκέψη του ανθρώπου. Φαντάσου ότι το γένος που απαρτίζουν οι υπόλοιποι άνθρωποι ή ακόμη και το σύμπαν ολόκληρο δεν υπάρχει παραμόνο στη συνείδηση του σολιψιστή.
Αλλα ας επιστρέψουμε στις υποβολές. Ο Πλάτων στην Πολιτεία του αναφέρεται στο μύθο του σπηλαίου, σύμφωνα με τον οποίο ό,τι αντιλαμβανόμαστε γύρω μας είναι σκιές. Ο πραγματικός κόσμος δεν γίνεται αντιληπτός από τις πέντε αισθήσεις μας. Δεν μπορούμε να τον δούμε, να τον ακούσουμε, να τον αγγίξουμε, να τον γευτούμε. Ο μύθος αυτός δηλαδή παρουσιάζει, σε γενικές γραμμές, τη σχέση των ανθρώπων με τη πραγματικότητα, ανάλογα με το βαθμό γνώσης που αυτοί κατέχουν για την πραγματικότητα. Δηλαδή το είδος και τον βαθμό υποβολών που έχουν δεχτεί.
Ο μύθος του σπηλαίου του Πλάτωνα, στην πράξη, μπορεί να διατυπωθεί και ως εξής: Την θέση του σπηλαίου παίρνει ο εγκέφαλός σου μέσα στον οποίο είσαι φυλακισμένος και η μόνη επικοινωνία σου με τον έξω κόσμο γίνεται με διαύλους τις περιορισμένες αισθήσεις σου που μεταφέρουν ένα πολύ μικρό κομμάτι πληροφοριών για το τι συμβαίνει εκεί έξω. Γιατί οι αισθήσεις σου είναι περιορισμένες; Μα για τον απλούστατο λόγο ότι υπάρχουν εικόνες, όπως η ανθρώπινη αύρα, η ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία ή τα ραδιοκύματα που δεν βλέπεις, ήχοι όπως οι υπέρηχοι και οι υπόηχοι που δεν ακούς, αλλά και όσα βλέπεις και ακούς, ακόμη και αυτά, δεν είναι αντικειμενικά. Είναι σε ένα μεγάλο βαθμό, υποκειμενικά. Συναινετικά. Τέτοια, ώστε να τα βιώνεις κατά συνθήκη, αν όχι σαν ψέματα, τουλάχιστον σαν μισές αλήθειες.    
Εννοείται ότι σε αυτή τη λειψή αναπαράσταση του έξω κόσμου που προσλαμβάνεις, κατά το δυνατόν, αντιληπτικά, σημαντικό ρόλο παίζει και το κεντρικό νευρικό σου σύστημα που διαστρεβλώνει κατά πολύ το ποσοστό πληροφορίας που έχει περάσει σε αυτό, προς επεξεργασία, από τους αισθητηριακούς διαύλους σου.
Σχετικά με τα παραπάνω ο Επίκτητος είχε πει «Ταράττει τοὺς
ἀνθρώπους οὐ τὰ πράγματα, ἀλλὰ τὰ περὶ τῶν πραγμάτων δόγματα» που σημαίνει «Οι άνθρωποι ταράζονται όχι από αυτά που συμβαίνουν, αλλά από την άποψή τους για αυτά που συμβαίνουν».
Ωστόσο ακόμη κι αν αυτό που βλέπεις με τα μάτια σου ως «πραγματικότητα» είναι  ό,τι γνωρίζεις, θυμάσαι, σκέπτεσαι για την «πραγματικότητα», δεν σημαίνει ότι αυτή η κατασκευασμένη, υποκειμενική «κατάσταση των πραγμάτων» δεν είναι, πέρα ως πέρα, αληθινή για σένα.
Οι υποβολές αρχίζουν να σε διαμορφώνουν ως άτομο όμοιας στολής με τους υπόλοιπους-μελλοντικό ανθρωπογρανάζι του κοινωνικού μηχανισμού από τη στιγμή της γέννησής σου. Από το εκτυφλωτικό πρώτο φως της ζωής σου που ένιωσες να σε κατακαίει ολόκληρο. Ακόμη κι αν δεν θυμάσαι τίποτα από εκείνη τη στιγμή, η υποβολή έχει λάβει χώρα γιατί σχετίζεται με τον υποσυνείδητο εαυτό σου, όπως και όλες οι άλλες υποβολές που ακολούθησαν και θα ακολοθήσουν με αντικείμενο εσένα. Μήπως αναρωτιέσαι ακόμη τι είναι υποβολή; Μα καθετί που συμβαίνει γύρω σου και μέσα σου είναι μια φιλτραρισμένη εμπειρία και κάθε φιλτραρισμένη εμπειρία είναι μια υποβολή.
Αν τώρα κρίνεις ότι δεν σου αρέσει ο εαυτός σου λόγω του ότι έδρασαν εις βάρος σου χρόνιες αρνητικές υποβολές, υπάρχει μία σωτήρια λύση για σένα. Είναι από την ίδια πάστα με τις υποβολές και λέγεται αυθυποβολή, μόνο που έχει το αντίθετο πρόσημο απ’ αυτές. Ολόκληρη η new age φιλοσοφία του «positive thinking» βασίζεται πάνω στην θετική αυθυποβολή. Ειδικά αν είναι επαναληπτική και στοχευμένη μπορεί να σε οδηγήσει σε μια τεράστια αλλαγή. Μια αλλαγή που δεν θα πίστευες ποτέ ότι μπορεί να σου συμβεί. Η μέθοδος Σίλβα, τα φάρμακα placebo και ο Νευρο-γλωσσικός προγραμματισμός βασίζονται στην ίδια αρχή: ο θετικός τρόπο σκέψεις μπορεί να κάνει θαύματα! Πως επιτυγχάνεται αυτό; Με επιμονή, υπομονή  και σύστημα. Πιο συγκεκριμένα, η συνεχής επανάληψη ταυτόσημα θετικών προτάσεων του τύπου «κάθε μέρα θα γίνομαι όλο και καλύτερος» ή «θα βελτιώνομαι μέρα με τη ημέρα» ή «δεν θα ξαναβιώσω αρνητικά την τάδε ή τη δείνα περίσταση» έχει αθροιστικό αποτέλεσμα και μπορεί να αλλάξει την νοητική σου κατάσταση, την ψυχική σου διάθεση, να σε κάνει κύριο των «θέλω» σου ακόμη και να βελτιώσει τη υγεία σου. Διάλεξε λοιπόν τι θέλεις να είσαι: Οι αρνητικές υποβολές σου ή η θετική αυθυποβολή σου;

Άλλα Γραπτά


Γλαύκωψ - Δοκίμιο - Ιούνιος 2020

Σκέψεις για τροφή κάθε είδους, βότανα και άλλα αγαθά και γιατί πρέπει να τρεφόμαστε με όσα ζουν, φύονται και μεγαλώνουν εις τον τόπο, όπου ζούμε.

Σε κάθε σημείο, όπου ζούμε, έχουμε το μητρικό γάλα τού πλανήτη, την τροφή της γης όπου ζούμε και είναι συμβατή γενικώς με το σώμα μας και το ανοσοποιητικό μας και λειτουργεί με αρμονικό δυναμικό τρόπο. Για παράδειγμα η αλόη, την οποία σε πολλές περιπτώσεις εισάγουμε από άλλες χώρες, από όσα γνωρίζω, κατατάσσεται στα φυτα τα οποία έχουν σχέση με τις θεραπευτικές ικανότητες του κρεμυδιού και άλλα του είδους παχύφυτά, βολβούς και άλλα, και πλησιάζει πολύ σε γεύση με φυτά όπως η γλιστρίδα και άλλα, οπότε τις ουσίες αυτές γίνεται να τις εύρουμε και σε άλλα φυτά -έτσι έχουμε τα ίδια αποτελέσματα και με άλλα φυτά, τα οποία φύονται κοντά μας. Η αλόη είναι φυτό, το οποίο είναι γνωστό και φύεται στην χώρα αυτή από αρχαίους χρόνους, οπότε για οποίο λόγο να φέρνουμε αυτό από άλλα σημεία του πλανήτη. Αν εξετάσουμε την αλόη της Ελλάδας και την αλόη μιάς άλλης χώρας, θα παρατηρήσουμε μικρές αλλά και μεγάλες διαφορες σε πολλές περιπτώσεις. Αυτό σημαίνει ότι κάθε φυτό αναλόγως με το σημείο το οποίο μεγαλώνει έχει άλλα στοιχεία, ή ουσίες, διότι κάθε τόπος είναι διαφορετικός. Όλα τα έμβια προσαρμόζονται αναλόγως με την φύση κάθε τόπου για να ζήσουν και έχουν άλλες ικανότητες οι οποίες είναι εξίσου χρήσιμες σε όλα τα γύρω είδη τα οποία μεγαλώνουν και ζουν στον ίδιο τόπο. Έτσι, η αλόη του Μεξικού είναι χρήσιμη για όσα είδη ζουν στο Μεξικό και η αλόη της Ελλάδας είναι χρήσιμη για όσα είδη ζουν στην Ελλάδα, αυτό δεν σημαίνει ότι είναι τελείως άχρηστη η αλόη του Μεξικου στην Ελλάδα, αλλά απλώς ότι της Ελλάδας είναι χρησιμότερη για τα είδη της Ελλάδας λόγω των διαφορετικών ουσιών, των οποίων έχει η γη αυτή και για να υπάρχουν οι ουσίες αυτές στην Ελληνική γη σημαίνει πως το σημείο αυτό και τα είδη τα οποία ζούν σε αυτό χρειάζονται αυτές τις ουσίες σε αυτές τις ποσότητες τις οποίες η γη αυτή έχει. Εμείς δεν γνωρίζουμε γιατί είναι τοιουτοτρόπως αυτές οι ουσίες μοιρασμένες στην γη. Επίσης μόνο ένα είδος αλόης από όλα είναι ευγεργετικό.
Αν παρατηρήσετε τα κολοκυθάκια, για παράδειγμα, έχουν λεπτά εξευγενισμένα αγκάθια και η γεύση τους μοιάζει με αυτή των κακτοειδών. Αυτό σημαίνει πως πολλά φυτά εξωτικά, τα οποία μας δείχνουν, έχουν ίδιες ουσίες, σε άλλες ποσότητες, όμοιες με άλλα είδη τα οποία ήδη έχουμε εδώ γύρω μας. Κάθε τόπος έχει τα δικά του φυτά, τα οποία έχουν και άμεση σχέση με τις ανάγκες των ζωντανών κάθε είδους όπως φυτών, εντόμων, θηλαστικών και άλλων, όσων γεννιούνται σε κάθε περιοχή, όπου τα είδη ζωής γεννιούνται και μεγαλώνουν. Η φύση φροντίζει αναλόγως τής περιοχής όπου ζούμε και έχει και τα ανάλογα χρήσιμα βότανα φυτά και τροφή την όποια χρειαζόμαστε για να έχουμε καλή υγεία. Δηλαδή ένα βότανο άλλης περιοχής δεν είναι και τόσο ευγερτικό και θεραπευτικό σε όλον τον πλανήτη διότι κάθε σημείο της γης έχει διαφορετικά μικρόβια βακτήρια και άλλα, τα οποία δεν ανταποκρίνονται και δεν συσχετίζονται με το ανοσοποιητικό το οποίο κάθε είδος ζωής αναπτύσει διαφορετικό σε κάθε σημείο της γής με όριο μερικά χιλιόμετρα και αναλόγως του κλίματος -όσο μεγαλύτερη είναι η απόσταση τόσο περισσότερο μειόνονται οι ευγεργετικές δυνατότητες της τροφής και των βοτάνων κάθε είδους. Έτσι, λοιπον, σε πολλές περιπτώσεις κάθε είδος τροφής το οποίο φύεται γεννιέται και μεγαλώνει μακριά από το σημείο όπου ζούμε δεν έχει απαραιτήτως ευεργετικές ουσίες. Ο πρώτος κανόνας καλής υγιεινής διατροφής είναι ο να τρεφόμαστε με όσα γεννιούνται, φύονται και μεγαλώνουν όσο δυνατόν κοντά του σημείου όπου γεννηθήκαμε και ζούμε· κάτι σαν το μητρικό γάλα το οποίο είναι καλύτερο από όλα τα άλλα γάλατα και ενισχύει το ανοσοποιητικό και δεν είναι βλαβερό διότι προέρχεται από σώμα το οποίο έχουμε σχέση και έχουμε γεννηθεί από αυτό και αυτό σημαίνει πως έχουμε αντισώματα και δεν μας βλάπτει. Από όταν γεννηθούμε ερχόμαστε σιγά σιγά σε επαφή με το περιβάλον και αποκτάμε αναλόγως αντισώματα και συνηθίζουμε. Εδώ έχουμε το Μητρικό Γάλα, η τροφή της γης όπου ζούμε και είναι συμβατή με το σώμα μας και το ανοσοποιητικό μας και λειτουργεί με δυναμικό τρόπο. Η κάθε είδους τροφή, την οποία τρώμε, προέρχειται και τρέφεται από όσα φύονται γύρω μας, εις τον τόπο όπου γεννηθηκαν οι πρόγονοί μας και γεννηθήκαμε και εμείς και ζούμε, τα φυτά έχουν τις ρίζες τους εις το ίδιο χώμα και και δέχονται ουσίες από τον ίδιο τόπο, τον οποίο από μικροί έχουμε συνηθίσει και έχουμε αντισώματα. τα οποία μας έδωσε το μητρικό γάλα και η κάθε είδους τροφή η οποία δεχθήκαμε σιγά σιγά. Αυτό σημαίνει πως και κάθε ένα φυτό αν προήλθε από άλλου και αν τώρα φύεται και καλλιεργείται κοντά μας αποκτά άλλο ανοσοποιητικό από αυτό το οποίο θα είχε αν μεγάλωνε στο Μεξικό ή στην Κίνα ή όπου αλλού -το ίδιο είδος συλλεγει και έχει άλλες ουσίες αναλόγως με τον τόπο όπου και αν γεννιέται και ζη. Το φυτό ή όποιο άλλο είδος, αν το μεταφέρουμε σε άλλον τόπο, μετά από καιρό θα αρχίσει να έχει τις ουσίες τι οποίες αυτό χρειάζεται για να ζήσει και αυτές οι ουσίες θα είναι καλές για όλα τα άλλα ζωντανά τα οποία ζουν γύρω του. Για παράδειγμα το γάλα των ζωντανών τα οποία έφαγαν τα γυρω φυτά της Αττικής έχει άλλες ουσίες από αυτές τις οποίες έχει το γάλα των ζώων τα οποία τρεφόντουσαν εις την Αγγλία ή στο Μεξικό. Έτσι λογικό και πιθανό φαίνεται πως όπου και αν ζούμε είναι σωστό να αρχίσουμε να τρεφόμαστε με όσα γεννιούνται και ζουν γύρω μας για να έχουμε καλή υγεία σχετική με τον τόπο όπου και αν ζούμε.

Άλλα Γραπτά


 

Μένανδρος

Άλλες Επιλογές


Αψουνέλι (Eleni von Mondlicht) - Εδώ, παίζουμε με τα ΜΑΤάκια, ή Περί Δικαίου Πολίτις - Αθηναϊκές ιστορίες - Μάιος 2020

Διορθώσεις, αναλύσεις εννοιών και επιμέλεια: Γλαύκωψ

Μήν θεωρείς τον ηθοποιό υποκριτή, τον συγγραφέα κόλακα και τον σύγχρονο πολιτικό … πολίτη, όπως επίσης και όσοι εργάζονται για το κράτος δεν θεωρούνται πολίτες, ούτε όσοι διαχειρίζονται το κράτος είναι πολιτικοί ή πολίτες διότι η έννοια πολίτης δεν σημαίνει διαχειριστής κράτους εκλεγμένος μόνο με ψήφους των πολιτών. Είναι ανεπίτρεπτο οι υποψήφιοι και όσοι εργάζονται για το κράτος να ψηφίζουν, διότι η ψήφος τους εμφανώς είναι ωφελιμιστική και δόλια διότι ψηφίζουν εαυτούς και δεν ψηφίζονται από άλλους πολίτες. Παρομοίως και οι νομοθέτες δεν πρέπει να κατατάσσονται σε κάποια οργάνωση ή κόμματα διαφωνούντων ιδεολογιών, πρέπει να νοιάζονται και να φροντίζουν μόνο για τα κοινά όλων και την δικαιοσύνη ανεξαρτήτως διαχωρισμών και ιδεολογιών. Ομοίως, μήν θεωρείς συμπολίτες όσους εθέλουν να τρέφονται μετά των χρημάτων εσού δίχως να σε ρωτήσουν αν συμφωνείς ή όχι να τους μισθοδοτήσεις. Αυτοί οι μισθοφόροι αισθάνονται ανείπωτη ηδονή όταν παγιδεύουν τη σάρκα εαυτών γύρω από στολές. Επίσης ανά διαστήματα βιώνουν άκρατον, μανιώδη και ηχηρόν οργασμόν, όταν κρατούν όπλα και επιτέλους οι ανώτεροί τους τούς διατάζουν να χτυπούν άλλους συμπολίτες -οι οποίοι πολίτες, όπως προανέφερα, αθελώς τούς χρηματοδοτούν για να αγοράζονται από τον κρατικό μηχανισμό τα όπλα και οι στολές τους, όπως και για να θρέφουν εαυτούς και τις οικογένειες εαυτών. Δυστυχώς, εις την φανερή δικτατορία των πόλεων, συναντώ συνεχώς αυτού του είδους τους πάσχοντες, ανώμαλους, σαδιστές και έχοντες Σύνδρομο του Αλέκτορος* (*Δηλαδή θέλουν να δείχνονται και να γαμάνε όλες τις όρνιθες στο κοτέτσι). Εκεί όπου συναντάς τους μισθοφόρους αυτούς (Λέω μισθοφόρους, διότι τα Μ.Α.Τ. -Μονάδα Αγάμητων Τebelchanάδων- δεν είναι αστυνομία ούτε στρατός, αλλά κάτι άλλο…), κραττούντες αυτόματα όπλα θετημένοι ώς δορυφόροι έξωθεν ειρηνικών δημοτικών σχολείων. Το ερμητικώς σφραγισθέν κυτίο το οποίον ονομάζεται <<λεωφορείο>>, τούτο το ρημάδι αλλά όχι ριμάδι, διότι δέν ομιλεί ούτε πλάθει ρίμες, το άψυχον όχημα, εις το οποίο μία φορά και όχι δύο.Ηυρέθην, λοιπόν, έσωθεν αυτού την επιθυμητήν ώρα, ώστε να μήν αργήσω, τερμάτισε την πορεία του εν ολίγω χρόνω παρακείμενον ηλεκτρικού σηματοδότη ρυθμίσεως της οδικής κυκλοφορίας εν τη πόλει, απέναντι σταθμευθέν από αυτά τα όντα και το δικό τους κυτίο -όχημα. Χαζογελούσαν μεταξύ τους και κινούσαν τα όπλα τους ως αν κομπολόγια (δηλαδή παιχνίδι χειρός μικρών κρεμαστών σκευών φερόντων τρύπιους βόλους διαφόρων ειδών ύλης περασμένων σε νήμα ή μεταλλικό σύρμα). Κοιτούσα τους ΜΑΤάκιδες μέσα από το σταματημένο λεωφορείο, ως όταν κάτι έσωθεν εμού έσπασε... Δέν έσοιμαι βεβαία άν έσπασε μέρος οδόντος εμού, όμως ανασήκωσα το μεσαίο δάχτυλο της χείρας και αυτό έστρεψα προς αυτούς καθήμενη πλησίως παραθυρίου, ενώ τούς κυττούσα και χαμογελούσα ειρωνικώς. Μετά από ολίγα δευτερόλεπτα, στράφηκαν, μέ είδαν, άρχισαν ομιλίες μεταξύ τους και ένας ένστολος <<πίθηκος>>, με στόχευσε με τους οφθαλμούς (εδώ είμαι υποχρεωμένη να σάς βεβαιώσω πως οι αληθινοί πίθηκοι δέν παρουσιάζουν τέτοιες ανώμαλες συμπεριφορές, αλλά μόνο όσοι μεγαλώνουν με Homo Asapiens, άρα διαγράφω την προηγούμενη άδικη αθυροστομίαν προς το είδος των πιθήκων και πιθηκοειδών, διότι οι πίθηκοι αλλά και άλλα είδη όπως οι αμοιβάδες και τα μαρούλια είναι μακράν εξυπνότερα και αρμονικότερα με την φύση έμβια όντα).Ο ένστολος αυτός μού έγειρε ερωτήματα αλλά και απέχθεια ως προς το γιατί δέν είχε συνταξιοδοτηθεί στα σαράντα και δέκα του (πενήντα συνολικά έτη), αλλά και ενθυμούμενη ότι δέν έχουν πλέον χονδρές συντάξεις όπως τα παλαιότερα έτη και κυρίως διότι αγαπά την ηθική εργασία της ξυλοφόρτωσης των συμπολιτών αυτού επί χρήμασι, προφανώς και δι’αυτό ασκεί τούτη την ανήθικη εργασία εις βάρος μας ακόμη ενώ οδεύει προς γήρας. Εδώ βεβαίως είναι άξιον το να ερωτήσουμε δια οποίους λόγους οι ένστολοι θεωρούνται γέροντες εις την ηλικία των σαράντα ή πενήντα ετών (γενικώς νωρίτερα από όλους τους φορολογούμενους πολίτες) και συνταξιοδοτούνται από το δημόσιο χρήμα. Έτσι ζουν ως κηφήνες των πόλεων για τα υπόλοιπα έτη της ζωής τους εις βάρος των πολιτών, οι οποίοι πρέπει να εργάζονται για να συνταξιοδοτηθούν ως τα εβδομήντα και άνω έτη -Όποτε θέλετε, οι υπεύθυνοι και νομοθέτες της άδικης και άκρως υποβαθμισμένης Ελληνικής Δειμοκρατίας, μας δίνετε την απάντηση σε αυτό το σημαντικό ερώτημα. Μετά από αυτά ας επιστρέψουμε τώρα ξανά εις το συμβάν, το οποίο έζησα εις το λεωφορείον: Αυτός, λοιπόν, ο ένστολος υπάλληλός μας ΜΑΤάκιας προ συνταξιοδότησης, εξαγριωμένος φώναξε εις τούς άλλους συνεργούς αυτού και ταυτοχρόνως προς τον οδηγό του σταματημένου εις το φανάρι (non bordello αλλά δρόμου) λεωφορείου να ανοίξει τις πόρτες του οχήματος. Εισήλθαν αυτομάτως γοργοί μετά των αυτομάτων πυροβόλων όπλων και χειρονομούσαν μαινόμενοι να αυτούς ακολουθήσω (προφανώς όλα όσα όπλα κρατούσαν αλλά και τα ενδύματα -εσωτερικά και εξωτερικά- είναι πληρωμένα από όλους εμάς). Έριξα βλεφαρισμούς και ματιές γύρω μου προς ορισμένα φυτά χρησιμότερα και ωραιότερα των ένστολων, καθώς δεκαπέντε με είκοσι βαριόμοιροι συμπολίτες παρατηρούσαν το συμβάν αυτό, διότι δέν έφεραν καμία ευθύνη ή γνώση, ενδεχομένως, δια το ιδικόν μου μεσαίο δάχτυλο της χειρός το οποίο προηγουμένως ανασήκωσα προς τους ΜΑΤάκιδες ένστολους. Οι όλοι αυτοί επιβάτες δεν έφεραν, όπως είπα, ευθύνην για τις πράξεις εμού, ώστε να αργήσουν προς όπου και άν επήγαιναν οι δυστυχείς αγνοούντες ως προς το αν είναι ή όχι δούλοι, καθώς είναι υποχρεωμένοι να δουλεύουν κάθε ημέρα για να επιβιώσουν –αν τα καταφέρουν. Άρα άμεση δική μου απόφαση και πράξη ήταν να μην ενοχλήσω την δουλοπρεπεστάτη λήθην εαυτών και να μεταβώ έξωθεν του κυτίου -λεωφορείου- με αυτά τα αρματοφορεμένα όντα. Έξω, λοιπόν, ζητήσανε αστυνομική ταυτότητα (και όχι 1 euro για να πάρουν τυρόπιτα), την οποίαν έδωσα, και ρωτούσαν γιατί χειρονομούσα και με ανάγκασαν να κάθομαι όρθια δίπλα τους ως να έρθει περιπολικό προς εξακρίβωση στοιχείων εις το ας ονομάσουμε "Αστυνομικό Τμήμα", διότι κάθε άλλο παρά … εφαρμογή δίκαιων νόμων του άστεως είναι τα τμήματα (αστυ-νομία), εμφανώς θα περιγραφόντουσαν ως τμήματα ακοινώνητων και αγενών μισθοφόρων, οι οποίοι αγνοούν παντελώς κάθε έννοια και εφαρμογή της δικαιοσύνης, η οποία μελετάται από τους φιλόσοφους περίπου επί τρις χιλιάδες έτη (από τις εποχές των προσωκρατικών).
<<Γιατί χειρονομούσες μέσα στο λεωφορείο;>>
<<Γιατί σάς έβλεπα εκεί να χαζογελάτε καμαρωτοί, σάν τα κοκόρια, με τα όπλα μέσα στην πόλη, ενώ τρέφεστε με δικά μου και των συμπολιτών μου χρήματα τα οποία σας δίνουμε δίχως να με ρωτήσει κανείς άν θέλω να σάς τα δώσω, ή άν θέλω να είστε εδώ.>>
<<Τίιι! Πώς τολμάς! Ποιά δικά σου χρήματα ρέεε!(;) Έχε χάρη που είσαι γυναίκα και σέβομαι το φύλο σου, διαφορετικά θα σου είχα σπάσει και το δάχτυλο και το χέρι!>>
<<Είναι σεβασμός αυτό; Τα χρήματα, τα οποία όλοι σας παίρνετε κάθε μήνα, προέρχονται από φόρους, τους οποίους εγώ και όλοι οι άλλοι πληρώνουμε σε κάθε τι το οποίο αγοράζουμε, στην τροφή, το νερό, το ηλεκτρικό και κάθε τί το οποίο πληρώνουμε, ενώ δουλεύουμε άπειρες ώρες ώς δούλοι για μερικά ψίχουλα μέσα στις άρρωστες κοινωνίες. Ακόμη και οι άστεγοι ζητιάνοι πληρώνουν φόρο για την τροφή την όποια αγοράζουν με ελεημοσύνη άλλων, άρα και αυτοί εμμέσως σας πληρώνουν και εσείς χαζεύετε εδώ έξω στο δρόμο. Με αυτά τα χρήματα εσείς κάθεστε εδώ με τα αυτόματα όπλα έξω από το σχολείο και χαζογελάτε δίχως να κάνετε τίποτε, απόλυτη αχρηστία όμως. Όχι, πείτε μου, τί κάνετε εδώ;>>
Μετά από εκρήξεις οργής και επιφωνήματα και τη προσπάθεια ενός να ορμήσει επάνω μου –τον συγκράτησαν άλλοι δύο- απάντησε ο μεγαλύτερος σε ηλικία Asapiens Cocoris Stratokavlix.
<<Είναι υπόθεση του κράτους και δέν σε αφορά.>>
<<Το κράτος είναι οι πολίτες του, είμαι πολίτης τού κράτους και σας πληρώνω θέλω δεν θέλω κάθε μέρα. Η γενικότητα και μόνο της απάντησης δηλώνει ξεκάθαρη ότι δέν κάνετε τίποτα. Μόνο ξοδεύετε τα δικά μας χρήματα για να το παίζετε commandos έξω από το σχολείο με παιδάκια να σάς βλέπουν κάθε μέρα. Τί είδους παράδειγμα είναι αυτά τα χάλια με τα όπλα για τα μικρά παιδιά, ε;>>
<<Δέν είμαι υποχρεωμένος να απαντήσω στις αναρχομαλακίες σου.>>
(Εμφανώς όσα δεν συμφωνούν με τις ιδεολογίες τους και το τι θεωρούν δικαιοσύνη είναι αναρχομαλακίες, διότι ακυρώνουν όσα ιδιοφρενώς ορίζουν ως σωστά.)
<<Αναρχομαλακία το να μήν θέλω όπλα μέσα στην πόλη απέναντι από το δημοτικό σχολείο;>>
<<Άν μπεί κλέφτης μέσα στο σπίτι σου εσύ πέτα του λουλούδια.>>
<<Τί είδους σχέση έχει αυτό με το να κάθεστε εσείς εδώ, έξω στο δρόμο με τα αυτόματα όπλα; Επίσης όταν κάποιος έχει όλα όσα χρειάζεται για να ζήσει δέν κλέβει. Ούτε έχω δεί ΜΑΤάκιδες να συλλαμβάνουν κλέφτες, αντιθέτως … όπως τώρα εδώ αλλά και αλλού προστατεύετε τους μεγαλύτερους κλέφτες του Ελληνικού κράτους, το οποίο είμαι εγώ και άλλοι δέκα εκατομμύρια πολίτες και όχι εσείς και άλλοι τριακόσιοι -Εμείς είμαστε το κράτος.>>
<<Δέν έχω κάτι να πώ μαζί σου, τώρα θα γίνει εξακρίβωση στοιχείων και άν έχεις έστω και το παραμικρό θα κοιμηθείς στο κελί απόψε.>>
<<Ναι, σίγουρα για μια χειρονομία, βραδιά σε κελί. Η αναβίωση του surrealisme. Αντί να πάτε να φυλλάξετε κανένα δάσος από φωτιές τώρα που είναι καλοκαίρι και κάθε καλοκαίρι ανάβουν διάφοροι φωτιές γενικώς, χαζολογάτε έξω από δημοτικά σχολεία με το αυτόματο όπλο στο ένα χέρι και το κινητό ή τον καφέ στο άλλο. Απορώ πώς κοιμάστε το βράδυ έτσι όπως ζείτε σάν βδέλλες επάνω μας, όχι μόνο άχρηστες αλλά και βλαβερές, χωρίς να κάνετε τίποτε άλλο πέρα από την ανούσια επιβίωση με χρήματα κλεμμένα από εμάς.>>
<<Ρεεε, θα τη σκίσω τη καριόλα! Θα…>>
<<Σκάσε ρε σςς..Μαζέψου μζμτρ...>>
(Δευτέρα και ουχί δεκάτη απόπειρα άλλου Asapiensis προς δαρμόν, τερματίσης υπόάλλων δύο Αsapiensi.)
Μείναμε αμίλητοι διά ολίγα λεπτά. Ενδιαμέσως, προηγήθηκαν προσπάθειες εμού να καπνίσω όσο περιμέναμε το περιπολικό. Αλλά διά βίας έζησα πέταμα τού τσιγάρου από το χέρι μου, διότι αυτή ήταν η άμεση απαγόρευσή τους, παντελώς παράνομη και ηλίθια διότι ευρισκόμασταν έξω, νύχτα Αυγούστου κληθέντος μηνός, επί στρωμένης ασφάλτου σφαλούσης, διότι εμφανώς πλήθος λαθών επί της επιφανείας εαυτής αλλά και πολλά σφάλματα της ζωής και των ερώτων των πολιτών περπατούν ελεύθερα πάνω εαυτής της κακόμοιρης πίσσας.
Επίσης επιχείρησα να πραγματοποιήσω σύντομης διάρκειας συνομιλία με τον Γλαυκώπη, προς ειδοποιήσην αυτού και αργοπορίας εμού, μέσω του κινητού τηλεφώνου (συσκευή μετάδοσης συχνοτήτων ήχου μέσω της μετατροπής τους σε άλλες συχνότητες, οι οποίες είναι πλέον γνωστό, τουλάχιστον εις όλους τους κατοίκους της Σελανής ότι βλάπτουν το σώμα).Όμως διά της βίας με ανάγκασαν να τερματίσω την τηλεφωνική συνομιλία λέγοντας: <<Κλείσ’το! Τώρα, αμέσως, αλλιώς σου περνάω χειροπέδες>> είπε επιδεικνύων ταυτοχρόνως μεταλλικά δεσμά χειρών επί της όψεως εμού.
Εν ολίγοις, το περιπολικό ήλθε και επιβηβασθείσα εκεί ήκουσα είς τον ασύρματον πομπό μετάδοσης φωνής: <<ΤΡΡρρ…Έξω απ’το Ερρίκος Ντυνάν κάτι νεαροί με skate ενοχλούν τους ασθενείς και είναι καρκινοπαθείς! ΦΦΧΧΡΡ…>>
<<Ορίστε άλλοι ενοχλούν τους ασθενείς και εσείς έχετε εμένα προτεραιότητα επειδή ενόχλησα οπτικώς τους ΜΑΤατάκιδες.>>
<<Ε, δέν ξέρεις για ποιό λόγο είναι εδώ; Όλοι το γνωρίζουν.>>
<<Ναι, γιατί υποτίθεται φυλάνε το σπίτι του Τσίππρα (Τσιπ και Ρα δηλαδή ο θεός Ρα πουλί). Λές και δέν μένει άνετα οπουδήποτε αλλού.>>
<<Καλά, ναι...>>
<<Άρα αδίκως τους πληρώνουμε. Αντί να φυλάξουν μήν καεί κάποιο δάσος τώρα το καλοκαίρι, αυτοί κάθονται με τα αυτόματα όπλα έξω από το δημοτικό σχολείο και καμαρώνουν. Μόνο σε εμπόλεμες ζώνες ή σε κατοχή κυκλοφορούν μέσα στις πόλεις με αυτόματα όπλα. Έχουμε κάποιο πόλεμο και δέν το γνωρίζω; Επίσης μόνο οι τύραννοι κρύβονται από τους πολίτες και χρειάζονται δορυφόρους γύρω τους. Νομίζω ο Αριστοτέλης είχε πεί οτί διακρίνεις τον τύραννο από τους δορυφόρους του.>>
<<Ναι, ναι ισχύει...>>
Άκουσε το όνομα Αριστοτέλης και έβρεξε τα εσώρουχά του ως Νέο-Έλλην απόγονος σοφών και λογικών ανθρώπων. Επίσης αυτομάτως συμφώνησε διότι το είπε ο Αριστοτέλης και όχι κάποια αναρχική (όπως με χαρακτήρισαν) επιδεικνύουσα μεσαίον δάκτυλον προς ΜΑΤάκιδες.
<<Θα αργήσουμε πολύ; Θέλω να πάω να φάω μετά -δούλευα όλη μέρα και δέν πρόλαβα.>>
<<Δέν θα πάρει ώρα, μια απλή εξακρίβωση είναι, άν είναι καθαρό το ποινικό σου μητρώο σε πέντε λεπτά έχουμε τελειώσει.>>
(Δηλαδή θα εξακριβώσουν αν δεν είμαι από αυτούς τους τριακόσιους απατεώνες οι οποίοι πούλησαν την Ελλάδα, ή αν δεν έχω πετάξει πυρηνικά, ιούς, χημικά ή αν δεν έχω εργοστάσιο το οποίο μολύνει την θάλασσα, εργοστάσιο όπλων, ή αν δεν κάνω εμπόριο ναρκωτικών ουσιών, σωματεμπόριο και άλλα τέτοια.)
<<Δέν θα τραβήξουμε φωτογραφίες;>>
<<Όχι, δέν τραβάμε στην εξακρίβωση.>>
<<Κρίμααα! και έχω στολιστεί σήμερα. Άν και δέν έχω βαφές στο πρόσωπο και φοράω γυαλιά.>>
Φορούσα ελαστικό, από μεταλλαγμένο βάμβακα, pantaloni υφασμένο μετά λευκών αστέρων, kawaii panda κάλτσες, αρβυλάκια αμαυρά, το ένα μετά ερυθρών κορδονιών και το άλλο πρασίνων, τα οποία φέρουν ha ha haεπάνω τους, viridian και mauve ρίγες t-shirt και polyester ερυθρο-μέλανου choker με strass, πλαστική εφεύρεση ομοιάζουσα με υάλων προς βελτίωση της οράσεως. Είχα πλεγμένη κόμη εις δύο ουρές(ουχί αλόγων, ή ίππων), χρωματισθείσες τεχνητώς μετά Fukushima fuchsia την δεξιά όπως βλέπω εγώ, ή αριστερή άν με κοιτάζει κάποιος αντικριστά και Bikini bottom’s blue την άλλη.
Το όργανο της αταξίας με κοίταξε πλαγίως μέσω του καθρέπτη, καθώς οδηγούσε το περιπολικό, όταν είπα ότι έχω στολιστεί. Αμίλητοι για το υπόλοιπο της διαδρομής, φτάσαμε στο αστυνομικό τμήμα. Μέ οδήγησαν εις το σάπιο γραφείο με τους κίτρινους και πράσινους μουχλιασμένους τοίχους, το οποίο ήταν έσωθεν οικοδομήματος διαγωνίως κτισμένου επί της οδού Πατησίων. Μέσα στο γραφείο -ανάθεμα και αν γίνεται να το ονομάσει κάποιος έτσι-, με ρώτησαν ξανά τι έγινε και μετά από μικρή επανάληψη των προηγούμενων συμβάντων, καθώς εξιστορούσα τί έγινε, συμφώνως με τις απαιτήσεις των ένστολων, εξακρίβωσαν τα στοιχεία ‘μου και έγιναν και άλλες διαδικαστικές ενέργειες διαρκείας ενός τετάρτου της ώρας, των οποίων η ακριβής και αναλυτική περιγραφή αφαιρείται στην περιγραφή αυτή, διότι κάθε αναγνώστης εννοεί ότι άν ανέφερα επακριβώς εις την αφήγηση εαυτήν κάθε γραφειοκρατική λεπτομέρεια, ή τα κενά δίχως λέξεις της αναζήτησης των αρχείων είς τον υπολογιστή με εμένα να χαζεύω την κιτρινισμένη κορνίζα με κάποιον δήθεν άγιο, τους τόνους της σκόνης επάνω σε τυλιγμένα ρολά χαρτιών, επάνω των σιδερένιων συρταρωτών βιβλιοθηκών, την σκασμένη βαφή των τοίχων, θα σκότωνα αυτήν την αφήγηση και ο αναγνώστης θα έπληττε μέχρι θανάτου, ή πιθανότατα απελπισμένος θα πραγματοποιούσε εξαγωγή της ψυχής εαυτού, δια να δραπετεύσει από τον μάταιο ετούτο κόσμο και να ενωθεί με το παν. Συνέχισα, λοιπόν, μετά όλων αυτών των παρακάμψεων, το δρόμο μου, για να συναντήσω τον Γλαύκωπα, αφότου ‘μού αρνήθηκαν το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα κάθε πολίτη, δηλαδή το να μεταφέρει εμέ το αστυνομικό σώμα είς όποιο σημείο της πόλεως εθέλω. Απολογήθηκαν πως δήθεν δέν είχαν αρκετά περιπολικά ώστε να μεταφέρουν τους πολίτες όπου θέλουν, πρότειναν δέ άν επιθυμώ να πληρώσω μόνη μου έμμισθο "επαγγελματία" οδηγό, ώστε από τους φόρους της πληρωμής μου προς τον οδηγό του οχήματος να έχουν μισθό αυτοί (διότι θα πλήρωνα 24% Φ.Π.Α. κοινώς ΦΑΠΑ ή αλλιώς σφάλιαρος). Κατί το οποίο δεν έκανα, διότι επιβιβασθείσα υπό δημοσίου οχήματος, δίχως να πληρώσω για αυτήν την μετακίνηση (ώς συνήθως), μετακινούμαι δωρεάν, όπως θα έπρεπε όλοι οι πολίτες να πράττουν άν δεν κινούνται με ιδιόκτητα ή μισθωμένα οχήματα, διότι όσα είναι δημόσια προς όλους, μέσα μαζικής μεταφοράς είναι αγορασμένα από εμάς, καθώς και οι μισθοί των οδηγών πληρώνονται από εμάς, όπως επίσης και τα καύσιμα, αλλά και ο ανύπαρκτος καθαρισμός των οχημάτων -όλα αυτά ήδη πληρώνονται από όλους εμάς, παρομοίως και οι ένστολοι, οι κληρικοί και όσοι μισθοδοτούνται μέσω φόρων δημοσίου χρήματος πληρώνονται με την κάθε γουλιά νερού και τροφής από όλες τις μορφές ζωής της πόλης, εκ των οποίων μόνο τα δίποδα άπτερα θηλαστικά ουχί μαρσιποφόρα πληρώνουν ώστε να απολαμβάνουν αυτά τα φυσικά αγαθά, ενώ είναι φανερό ότι όλες οι μορφές ζωής πίνουμε και τρώμε πρός επιβίωση και χτίζουμε και έχουμε δικαίωμα να χτίζουμε τις φωλιές μας όπου είναι δυνατόν πάντοτε δίχως να βλάπτουμε ή να ταράσσουμε άλλους.
Όλα τα ανωτέρω γεγραφθέντα περιστατικά είναι γεγονότα, όπως και η παρακάτω εμπειρία του Γλαυκώπη, πριν μερικά έτη, εις τα Εξάρχεια. Όταν κατά την διάρκεια εξέγερσης πετούσαν αφρόνως παντού τα ΜΑΤάκια δακρυγόνα και είχαν κρύψει τα άστρα με το νέφος τους. Τα δακρυγόνα, για όσους δεν γνωρίζουν, είναι χημικά αέρια ή και σε μερικές περιπτώσεις πιπέρια ή κάτι άλλο άγνωστο, ίσως και αποθηκευμένα ληγμένα χημικά από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, τα οποία προκαλούν βήχα και δάκρυα προς καταστολή των δικαιοφρόνων πολιτών. Κάποια στιγμή ερχόμενος πρόσωπο με πρόσωπο με έναν αυτών τον ρώτησε: <<Μα καλά, δέν ξέρεις ότι αυτά τα χημικά είναι άκρως βλαβερά και καρκινογόνα; και εσύ θα πάθεις ζημιά καθώς τα ρίχνεις, όχι μόνο εμείς.>> Εκείνος του απήντησε: <<Ο Θεός, ο Θεός>> Ο Γλαύκωψ έλεξε προς αυτό το ΜΑΤάκι: <<Ο Θεός είς τις Δέκα Εντολές δέν έλεξε ποτέ να πετάτε δακρυγόνα!>>

Άλλες επιλογές


Πλάτων

Άλλες επιλογές


Φώτη Κανελλόπουλου - Ο αντιστασιακός φοιτητής - Μυθιστόρημα - 16/5/2020

Ήταν περίπου είκοσι χρονών, ο Τάκης. Δευτεροετής φοιτητής, της Νομικής Σχολής, του Πανεπιστημίου της Αθήνας, όταν ξέσπασε το στρατιωτικό Πραξικόπημα, της 21ης του Απρίλη, του ’67.
Ο Λαός, ήταν με τη θηλειά στο λαιμό.
Παντού η σιωπή, η υποψία, ο φόβος, η απαγόρευση. Τα πάντα «τά ’σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά...», που είχε επιβάλλει η εγκληματική συμμορία, των Απριλιανών Τυράννων.
Το καστανό παληκάρι ήταν μοναχοπαίδι μιας ηρωϊκής επονίτισας μάνας, που είχε χαθεί στον Εμφύλιο.
Κι ο πατέρας του, ήταν συνταξιούχος, Δημόσιος Υπάλληλος, με αριστερή προέλευση κι είχε πολλές φορές διωχθεί απ’ την Υπηρεσία του, λόγω της Εαμικής και Αντιστασιακής δράσης του, τόσο στην εφιαλτική Κατοχή του ’41-’44, όσο και μετέπειτα.

Ο Τάκης, παντού, όπου βρισκόταν, στο καφενείο, στις παρέες ή στη Σχολή του, μιλούσε με πάθος, ενάντια στη Δικτατορία των Συνταγματαρχών.
-Συνάδελφοι, είπε μια μέρα, σε τέσσερις έμπιστους και ομοϊδεάτες συμφοιτητές του, πρέπει να συσπειρωθούμε, να ενωθούμε και ν’ αγωνιστούμε όλοι, για ν’ ανατρέψουμε τη Χούντα!!...
-Και με ποιο τρόπο; τον ρώτησε αφελέστατα, κάποιος απ’ αυτούς.
Αυτοί, οι Πραξικοπηματίες, έχουν τα πάντα: Τα τανκς, τα όπλα, τους χαφιέδες. Κι ακόμα, συμπλήρωσε ένας άλλος, έχουμε μαζί τους το Στρατό και την Αστυνομία... Έχετε δίκιο, παιδιά, συνέχισε επίμονα και σιγανά, ο νεαρός και ριψοκίνδυνος μπροστάρης και ‘κείνη τη στιγμή, έφεγγε με τα λόγια του, την ΕΛΠΙΔΑ της ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ.
Αυτοί, έχουν μαζί τους, τη δύναμη της εξουσίας και των όπλων.
Η δύναμή τους, όμως, είναι και η αδυναμία τους...
Εμείς, αντίθετα, έχουμε μέσα μας τη ψυχή, την πίστη, το λεύτερο φρόνημα, τη νιότη, την Αγάπη για τη Δημοκρατία, τη φλόγα της Λευτεριάς, που μια σπίθα της, μπορεί ν’ ανάψει ολάκερη φωτιά και να τους κάψει...
Μη φοβάσθε, λοιπόν, αδέρφια. Ο Θεός της Ελλάδας, είναι μαζί μας και θα μας βοηθήσει, να τους ανατρέψουμε...
-Συνάδελφε, τον διέκοψε ξαφνικά ένας άλλος, είναι πολύ δύσκολο, να χτυπήσουμε τη Χούντα. Παντού έχει χαφιέδες, που μας παρακολουθούν. Και να, ένας εκεί κάτω, στη γωνιά του σπουδαστηρίου...
-Ποιος είναι; ρώτησε καχύποπτα ο Τάκης.
-Εκείνος, με το μούσι και τα γυαλιά..., που κάνει πως διαβάζει..., απάντησε ο νέος.
-Μα αυτός, φαίνεται μεγάλος, για φοιτητής...
-Λέει, πως είναι «παρελθόντων ετών» και διαβάζει, για το Πτυχίο..., διευκρίνισε σιγά ένας άλλος.
-Και πώς το ξέρεις εσύ ότι είναι χαφιές;...
-Τάκη, τον έχω δει, πολλές φορές, στα φοιτητικά βιβλιοπωλεία, να μιλά πονηρά και να ψαρεύει συναδέλφους.
Ακόμα, τον έχω δει να τηλεφωνεί, ύποπτα. Είμαι σίγουρος κι άκουσα ότι τον λένε Χρούτσα..., εξήγησε ο σπουδαστής προσεχτικά και χαμηλόφωνα.

Το απόγευμα, ο ολόδροσος λεβέντης ήταν στο σπίτι και διάβαζε τα μαθήματά του. Ξαφνικά, χτύπησε η πόρτα.
Ποιος νά ’ναι τέτοια ώρα;... μονολόγησε ο πατέρας του κι ανοίγοντας την πόρτα, είδε μπροστά του έναν αστυνομικό.
-Εδώ μένει ο φοιτητής Δημητριάδης Τάκης; ρώτησε αυστηρά.
-Μάλιστα. Τι τον θέλετε;
Δώστε του αυτή τη πρόσκληση, πρόσταξε.
Και του έδωσε ένα επίσημο έγγραφο.

Ο ηλικιωμένος συνταξιούχος το πήρε συλλογισμένος και το διάβασε.
«Καλείσθε διά υπόθεσίν σας, στην υπό διεύθυνση της Εθνικής Ασφαλείας, αύριο, στις 10 το πρωί, στον Αστυνόμο Καλλίρη».
Ανήσυχος, φώναξε το γιο του.
Εκείνος ήρθε μέσα και πήρε το χαρτί.
-Τι είν’ αυτό, Τάκη μου, γνωρίζεις τίποτα; ρώτησε απορημένος ο γονιός.
-Ναι, μπαμπά, κάτι υποπτεύομαι. Θα πάω αύριο να δω τι συμβαίνει..., απάντησε εκείνος.
-Θά ’ρθω κι εγώ μαζί σου, δεν θα σ’ αφήσω μόνο, στη φωλιά του λύκου..., είπε λυπημένα ο παλιός εξόριστος της Ελ-Ντά-Μπα.
-Όχι. Δεν θέλω νά ’ρθεις μαζί μου, πατέρα. Θα πάω μόνος μου..., τόνισε το θαρραλέο και άπειρο αγόρι.
-Μη λες μεγάλα λόγια, ψυχούλα μου, κάτι ξέρω κι εγώ από αγώνες, ενάντια σε δικτατορίες... Που θα πας, ξυπόλυτος στ’ αγκάθια; Θα σε τσακίσουν οι τραμπούκοι, οι χουντικοί, έκαμε δακρυσμένα ο πολύπειρος αγωνιστής.
Κι αγκάλιασε στοργικά το παιδί του.
-Επιμένω να πάω μόνος μου, μουρμούρισε συλλογισμένα ο νεαρός.

Την άλλη μέρα το πρωί, παρουσιάσθηκε άφοβος και μαχητικός, στη Μπουμπουλίνας, στον Αστυνόμο Καλλίρη.
Μόλις μπήκε μέσα, βρέθηκε σ’ ένα σκοτεινό γραφείο, με εμβλήματα της 21ης Απρίλη, στον τοίχο.
Καλημέρισε και είπε:
-Είμαι ο φοιτητής Τάκης ο Δημητριάδης, που μου στείλατε μια πρόσκληση. Τι με θέλετε;
-Εσύ, είσαι ρε, ο ξύπνιος, που βρίζεις και κατηγορείς παντού την Εθνική μας Κυβέρνηση;... ρώτησε προκλητικά εκείνος.
-Ναι, εγώ είμαι αυτός, που κατηγορώ την πραξικοπηματική κυβέρνηση των Συνταγματαρχών, που κατέλαβε την εξουσία, κατέλυσε τη Δημοκρατία, στέρησε την Ελευθερία του Ελληνικού Λαού και ταυτίζει τον εαυτό της με το Έθνος..., απάντησε περήφανα ο νέος.
-Βούλωσέ το, σκουλήκι, γιατί θα στο βουλώσω εγώ, βρυχήθηκε ο ένστολος και πλησιάζοντάς τον, τον άρπαξε απ’ τα μαλλιά κι άρχισε να τον χτυπάει δυνατά, στο πρόσωπο και σ’ όλο το σώμα...
-Κατηγορώ τη Χούντα... Κατηγορώ τη Χούντα, που σκλάβωσε τη χώρα..., είπε σθεναρά το παληκάρι.
-Θα σε κάνω κομμάτια, ξενοκίνητε σκύλε, που βρίζεις την Εθνική μας Κυβέρνηση, ούρλιαξε ο αστυνόμος και χτύπησε ένα κουδούνι.
Αμέσως παρουσιάστηκε ο ψευτοσυνάδελφος, ο Χρούτσας...
-«Θα πεθάνεις, αλήτη, κάθαρμα, παληοκομμουνιστή»..., μουρμούρισε, σα θηρίο της ζούγκλας κι όρμησε πάνω, στον άτυχο νέο, με μανία, γρονθοκοπώντας τον κι αυτός.
Ο φοιτητής, ανήμπορος και μόνος, μέσα στο άντρο της Ασφάλειας, χτυπημένος άγρια και βογγώντας, φώναξε ξαφνικά:
-«Κάτω η Χούντα, κάτω η Απριλιανή Δικτατορία, Χαφιέδες, κτήνη, εγκληματίες, φασίστες, λίγα είναι τα ψωμιά σας...
Ζήτω η Δημοκρατία...
Ζήτω η Δημοκρατική Ελλάδα....»

Κι έπεσε αιμόφυρτος στο δάπεδο.

Άλλες Επιλογές


Αναστάσιος Ι. Πατσιλινάκος - Μια κατάσταση που βιώνω με οδύνη ξανά και ξανά όταν κοιμάμαι… - Δοκίμιο - 14/5/2020

Μια κατάσταση που βιώνω με οδύνη ξανά και ξανά όταν κοιμάμαι… είναι ότι έχει εκδοθεί ακόμη ένα βιβλίο μου. Ένα βιβλίο που έχει βγει στα βιβλιοπωλεία πριν από το Κεφαλι Αντρός, το SurrealTaboo και το Διηνεκές Ημερολόγιο –για όσους τα ξέρουν. Το παράδοξο με αυτό το πρώτο βιβλίο μου είναι ότι έχει υποβληθεί σε μια τρομακτική «σκούπα» σαν να έχει γραφτεί εκ νέου από τον επιμελητή και εκδοθεί σε αυτή τη νέα του μορφή χωρίς την άδειά μου. Στα, σε συνέχειες, όνειρα μου γύρω από αυτό το βιβλίο, ταπεινωμένος, απογοητευμένος, και κυρίως σοκαρισμένος κλαίγομαι και ξανακλαίγομαι για την παλιανθρωπιά. Αξιοσημείωτο είναι ότι την έκδοσή του, για να είμαι πιο ακριβής, από ένα σημείο και έπειτα, την παγιωμένα «διορθωμένη» έκδοσή του, είχε αναλάβει ο εκδοτικός οίκος Ανάγκη.Αυτό δεν μπορώ να το εξηγήσω διαφορετικά πέρα από το ότι είναι μια ειρωνική αναφορά  του υποσυνειδήτου μου, στην ψυχαναγκαστική μου συμπεριφορά να διορθώνω και να ξαναδιορθώνω τα κείμενά μου –υπακούοντας στην πείνα μου για συγγραφική αναγνώριση–  ακόμη και λίγα λεπτά πριν το οριστικά προγραμματισμένο, ύστερα από αναβολές επί αναβολών, τύπωμά τους,  –όπως συνέβη με το Κεφάλι Αντρός, το SurrealTaboo και το Διηνεκές Ημερολόγιο. Στην αρχή έλεγα ότι θα αποκηρύξω το βιβλιο που μου πασάρισαν, οι σκατόμυαλοι  του εκδοτικού οίκου Ανάγκη και θα προβώ σε μηνύσεις. Από την άλλη πάλι ο εκπρόσωπος του εκδοτικού οίκου απαντούσε στα πότε όλο παράπονο και πότε όλο οργή, μέιλ μου στερεότυπα. Ότι το συμβόλαιό μου με δέσμευε ρητά. Το έγραφε ξεκάθαρα και όχι με ψιλά γράμματα, ότι η εκδόσιμη μορφή του βιβλίου μου δεν θα ήταν ενασχόληση δική μου αλλά του επιμελητή – όπως και έγινε. Πόσο καφκικοί ακούγονται αυτοί οι δύο… Εκπρόσωπος και επιμελητής δίχως όνομα και σωματική υπόσταση… Αλλά αυτό είναι κάτι δευτερεύον. Τη μεγαλύτερη σημασία για μένα είχε το γεγονός ότι αναρωτιόμουν, σε μια νεφελώδη κατάσταση ύπνου-ξύπνιου, αν αυτό το τόσο αποθαρρυντικό ντεμπούτο μου στα συγγραφικά πράγματα μπορεί να είναι αληθινό, υπαρκτό, πραγματικό. Κάπου είχα διαβάσει  ότι υπάρχει περίπτωση κάτι να είναι αληθινό χωρίς να είναι και υπαρκτό/πραγματικό ή το αντίστροφο να είναι υπαρκτό/πραγματικό χωρίς να είναι απαραίτητα αληθινό –ανάλογα με το οπτικό φίλτρο του καθενός. Άραγε φταίει το γαμημένο οπτικό φίλτρο μου; Γιατί το ομολογώ: Υπήρχαν στιγμές στον ξύπνιο μου (;) που αναρωτιόμουν, υφίσταται όντως, τυπωμένο και σε κυκλοφορία, αυτό το υποτιθέμενα δικό μου βιβλίο; Αλήθεια ή ψέμα –στο βαθμό που τέλος πάντων κάποιοι, όπως εγώ, άλλοτε συγχέουν και άλλοτε διακρίνουν αυτά τα δύο ως καταστάσεις του μυαλού τους–, τα μόνα που είχαν παραμείνει απείραχτα στο ξένο βιβλίο που ειχα φορτωθεί ήταν το ονοματεπώνυμό μου και ο τίτλος. Για τον απείραχτο τίτλο με διαβεβαίωνε ασαφώς, χωρίς να τον αναφέρει δηλαδή, ο εκπρόσωπος του εκδοτικού οίκου Ανάγκη. Το ονοματεπώνυμό μου το ξέρω, μακροσκελέστατο, μπήκε φαρδύ πλατύ… ο μη κατονομασμένος τίτλος είναι που δεν θυμάμαι… που αγνοώ παντελώς παρότι ήταν αποτέλεσμα της δικής μου ευρηματικότητας που χτυπάει κόκκινο όταν γράφω, και έμεινε αυτούσιος σύμφωνα με τον εκπρόσωπο. Τελικά αυτό που μου έχει γίνει συνείδηση πια, ως συμπέρασμα των όσων προανέφερα, είναι το εξής: Έβλεπα, βλέπω και θα βλέπω, όταν ονειρεύομαι, με τον ευρηματικότερο σε πλοκή τρόπο και υπό μορφή αλλεπάλληλων παραλλαγών σε σφιχτή νοηματική σύνδεση μεταξύ τους, τον υποτιθέμενο ξύπνιο μου. Με άλλα λόγια όταν κλείνω τα μάτια μου βλέπω όνειρα σε συνέχειες· που οι πλοκές τους εκτυλίσσονται σαν να ζω παραλλαγμένες καταστάσεις μιας ομοειδούς, παράλληλης καθημερινότητας με αυτήν που ξέρω, ή νομίζω ότι ξέρω, στον ξύπνιο μου. Δεν είναι κάτι μεταφυσικό, πρόκειται απλά για μια εφιαλτική φρεναπάτη.
Άλλο όνειρό μου σε συνέχειες, που με μπέρδευε αν ήταν πραγματικότητα η γέννημα του υποσυνειδήτου μου –στο οποίο σημειωτέων έχουν καταχωνιαστεί πολλά γύρω από το «τι αισθάνομαι για το σεξ» και θα εξακολουθούν να καταχωνιάζονται μέχρι να αποδημήσω εις Κύριον– ·έχει να κάνει με μια τοποθεσία. Σεξοτοποθεσία για τη ακρίβεια… Ήμουν προύχοντας, αξιότιμο μέλος μιας ανδροπαρέας από προύχοντες με κουστούμια, κασμιρένια παλτά και ακριβά ρολόγια στα χέρια, που με μια κόκκινη Plymouth αγνώστου ιδιοκτήτη και οδηγού –υπέθετα ότι ήταν κάποιου από την ανδροπαρέα και αυτός ο κάποιος την οδηγούσε– πηγαίναμε κάπου υπαίθρια. Κάπου που θύμιζε παζάρι. Οχι μπιχλιμπιδιών, πλουμιδιών, τσουμπλεκιών και  συμπράγκαλων, αλλά εκδιδόμενων ατόμων, γύρω από το night club Afrodisia. Προσοχή: Όχι αφροδίσια με τον τόνο στο πρώτο γιώτα αλλά με τον τόνο στο δεύτερο, δηλαδή Αφροδισία – ένας όρος για την γενετήσια επιθυμία, τον σεξουαλισμό, από την Αφροδίτη της ελληνικής μυθολογίας. Μέσα από ’κείνο το club βγαίναμε, ενώ δεν είχαμε μπει πρωτύτερα, με ποτά στα χέρια, που τα πίναμε όσο χρόνο μας έπαιρνε να διαλέξουμε. Ειχα πιει ένα βαρέλι αλκοόλ από το club αυτό, καθώς χούφτωνα, έβαζα δάχτυλο και έγλειφα για να δοκιμάσω τι θα πρωτοπάρω από τις πορνοπραμάτειες. Μου έπαιρνε χρόνο να επιλέξω γιατί στα υπαίθρια στέκια των εκδιδόμενων βρίσκονταν οι τελειότερες σε εμφάνιση πουτάνες, πουτανάκια για τη ακρίβεια, για να γίνω πιο ακριβής, νεαρά κοντοπούτανα με τέλειες αναλογίες –όπως μου αρέσουν… αλλά και εκδιδόμενα αγόρια, που είχαν παρεμφερή εμφάνιση –ύψος, βάρος, πρόσωπο, σωματοδομή και ω! θύμιζαν εμένα στα είκοσί μου. Λεπτό με λεπτό, ώρα με την ώρα, τα κοίταγα με έκπληξη να γίνονται όλο και περισσότερο εγώ στα νιάτα μου, κάτι που μου ήταν κατά κάποιον τρόπο εξηγήσιμο αφού και εγώ στα είκοσί μου παρόχους αναζητούσα. Ένας νεαρός πόρνος ήμουν, που, αντί για σεξ, πρόσφερε εγκαρδιότητα γύρω του, στοχεύοντας στις παροχές του οικογενειακού του και κατ’ επέκταση του κοινωνικού περιβάλλοντός του. Τουτέστιν, ήμουν εξοικειωμένος με την πορνεία και για αυτό καλοπληρωτής. Το χρήμα έρεε άφθονο από το δερμάτινο πορτοφόλι μου και πλήρωνα,  χωρίς παζαρέματα, παρότι βρισκόμουν σε παζάρι, για να το θέσω καλύτερα σε σκλαβοπάζαρο του σεξ, 300 την πίπα, 400 το πισοκωλητό ή το όρθιο, 500 το οθωμανικό. Ούτε που με ένοιαξε ποτέ αν αυτές οι τσουχτερές τιμές ίσχυαν και για τους άλλους της προυχουντοπαρέας. Με ενδιέφερε το ξαναμμένα αγνό, αρπαχτικά άσπιλο, κτητικά αψεγάδιαστο, όλο υγεία σεξ, αφού, εννοείται, τα «ακούμπαγα» μπροστά. «Πήγαινα» λοιπόν με εκπάγλου κάλλους κοντοπούτανα, κάπου απόμερα ή ακόμη και σε κοινή θέα, από ένα σημείο και έπειτα στα όρθια –σεξουαλική στάση που έμαθα να την προτιμώ από το πισωκολλητό ή ακόμη και το ιεραποστολικό, γιατί που να βρεις εκεί κρεβάτι να μη σου τρώγονται τα γόνατα– μέχρι που έχυνα αίμα αντι για σπέρμα και στα ενδιάμεσα περιεργαζόμουν τα αγόρια με το εικοσάχρονο πρόσωπο μου. Πάντα ρωτούσα τους άλλους προύχοντες της παρέας πως λεγόταν αυτή η περιοχή, με τα κόπων και βασάνων μου ’λεγαν και τους ζητούσα να ξαναπάμε και ξαναπηγαίναμε ορεξάτοι. Ποτέ όμως δεν συγκράτησα την ονομασία της… σαν να μη την θυμόμουν ή να μην την είχα ακούσει ποτέ μου, σαν να ήταν μια ανώνυμη τοποθεσία για μένα, οπότε το «πώς διάολο λέγεται» το αγνοούσα παντελώς. Κόντρα στη φτωχή μου μνήμη ή στην προδοτική άγνοια μου –δύσκολο να τα διαχωρίσω– έλεγα τουλάχιστον ένα «Πάμε στο club Afrodisia» και οι έτεροι προύχοντες ήταν σαν μην το ’ξεραν, σαν να μη το ’χαν δει ποτέ να δεσπόζει στο κέντρο του παζαριού της ακολασίας, όπως εγώ. Θέλανε να τους κατατοπίσω με το όνομα της ευρύτερης περιοχής. Εγώ τότε τους περιέγραφα τα τεκτενόμενα εκεί και μ’ αυτόν τον τρόπο συνεννοούμασταν. Όσες φορές πήγαμε και ξαναπήγαμε, βρέθηκε άκρη περιγραφικά από μένα… Υπήρχαν και εδώ περιπτώσεις που στον υποτιθέμενο ξύπνιο μου, μέσα σε όνειρά μου, αναρωτιόμουν αν αυτή η περιοχή-μυστικό άντρο ηδονής επί χρήμασι είναι αληθινή ή γέννημα της κοχλάζουσας libido μου. Μόλις συνειδητοποίησα ότι η περιοχή δεν υπάρχει, ότι μια τέτοια περιοχή δεν υφίσταται, δεν μπορεί να υφίσταται στα αλήθεια, έπαψα να την βλέπω, να την αποζητώ, να την περιγραφώ, να την ζω στον ύπνο μου.
Στις παγιωμένες για μεγάλα χρονικά διαστήματα καταθλίψεις μου, όταν η μητέρα μου έχει πουλήσει σε παλαιοπώλες τσιγγάνους  για χαρτοπολτό δεκάδες βιβλία μου από τις πάντα ξεψαχνισμένα ξεκοιλιασμένες βιβλιοθήκες μου, για να γίνει, όπως λέει, πάλι «σπιτικό» το διαμέρισμά μου, τότε είναι που βλέπω στα όνειρα μου επαναληπτικά, με μικρές, αλλα καίριας σημασίας, διαφορές από την προηγουμένη φορά στην επομένη, ένα περίπτερο στο κέντρο μιας ξεχασμένης από τους ανθρώπους πλατείας. Είναι ένα περίπτερο-παλαιοβιβλιοπωλείο  περιτριγυρισμένο από ντάνες με αναγνώσιμα καλούδια για κάποιον εραστή της εμβριθούς ανάγνωσης που δεν διαχωρίζει ένα κόμικ του Crepax από ένα βιβλίο για τον υπαρξισμό του Σαρτρ –τα λατρεύει και τα δύο. Με άλλα λόγια, το περίπτερο αυτό πουλά κόμικς, περιοδικά και βιβλία, ώ του κόσμου τα βιβλία, τα περισσότερα εξαντλημένα, και εγώ ξεφυλλίζω, σε συνέχειες, τα τυπωμένα θέλγητρά τους, κάθε φορά επί ώρες. Στις συνέχειες αυτές, άλλοτε προστίθενται και άλλοτε αφαιρούνται βιβλία, κόμικς και περιοδικά –εδώ είναι οι κατά περίπτωση καίριες διαφορές: στο πνευματικά πολύτιμο για μένα εμπόρευμα. Κάποτε, όταν ονειρεύομαι ότι έχω λεφτά, αγωνιώντας μήπως το εμπόρευμα κουτσουρευτεί, κάνω αγοραστικά γιουρούσια όλο υπερένταση. Τόση που τρέμουν τα χέρια μου και τα πόδια μου. Καταφέρνω να αγοράζω όσον το δυνατόν περισσότερα κόμικς, περιοδικά και βιβλία, που δεν χωράνε στην αγκαλιά μου, και καθιστώ πλούσιο τον περιπτερά, που πάντα με επιβλέπει μην κλέψω. Μου είναι αναγνωρίσιμα τα χέρια που παίρνουν τα χρήματα, τα εξετάζουν αν είναι πλαστά και τα μετράνε. Δεν έχω δει ποτέ το πρόσωπό του σε κάθε όνειρό μου με τοπόσημα αυτό το περίπτερο.
Ένα άλλο όνειρό που βλέπω από καιρό εις καιρό έχει να κάνει με τον χώρο. Ίσως στην τρομακτικότερη μορφή του. Τι θέλω να πω: άλλοι μπορεί να τρομάζουν ενδεχομένως από έναν αχανή χώρο και κάποιο άλλοι από το λαβυρινθώδες του χώρου. Εγώ ανήκω γενικά στη δεύτερη κατηγορία και λέω γενικά γιατί στην περίπτωσή μου ο λαβύρινθος έχει και ύψος. Πρόκειται δηλαδή για μια αδόμητη κατάσταση πολλών οικημάτων μαζί, που το ένα βρίσκεται διπλά ή μέσα στο άλλο, πανω ή μπροστα από το άλλο. Πώς μπορεί να στέκει κάτι τέτοιο; Να μην καταρρέει; Είναι αδύνατο θα έλεγε κάποιος αρχιτέκτονας ή κάποιος πολιτικός μηχανικός. Πρόκειται όμως για μένα που δεν είμαι τίποτα από τα δυο και το εν λόγω τερατώδες τεχνούργημα έχει υπόσταση στο δικό μου ονειρικό κόσμο. Βρίσκομαι λοιπόν στο κατώτατο επίπεδο μιας τεράστιας, κατ’ ελάχιστα κεκλιμένης φαβέλας-λαβυρίνθου.  Βλέπω προοπτικά, από κάτω προς τα πάνω, μέχρι εκεί που μπορεί να φτάσει το βλέμμα μου, ένα βουνό από χαμόσπιτα, το οποίο πρέπει να ανέβω. Να φτάσω στην κορφή του. Η άνοδος μου δεν είναι βέβαια ορειβατική. Είναι δαιδαλώδης. Περνώ από μισάνοιχτες εξώπορτες και βρίσκομαι σε άλλους επιμέρους λαβυρίνθους, μέχρι να βγω από κάποια άλλη πόρτα σε κάποιο τυχαίο σημείο της φαβέλας. Με λούζει κρύος ιδρώτας κάθε φορά ότι θα χαθώ αποπροσανατολισμένος κάπου, σε κάποιο δωμάτιο με δυο, τρεις ή και περισσότερες πόρτες, που δεν ξέρω ποια να δοκιμάσω να ανοίξω. Το χειρότερο όμως είναι όταν βρίσκομαι σε κάποιο αδιέξοδο πλατύσκαλο και ή πόρτα που έκλεισα πίσω μου δεν ανοίγει…
Ένα άλλο όνειρό μου εκτυλίσσεται σε παγωμένες εικόνες που στοχεύουν κατευθείαν στο ξεγύμνωμα, από κάθε τύπου καμουφλάζ, του αβάστακτα ενοχικού φορτίου μου ως προς τον πατέρα μου. Ενός φορτίου σε αγκύλωση, σε ακαμψία, σε αναπηρία που επιβάλλει ακινησία, εξού και το πάγωμα των υποσυνείδητων εικόνων που το οπτικοποιούν, όταν κοιμάμαι. Αν και κάπως παραλλαγμένες οι εικόνες αυτές, παρουσιάζοντας δηλαδή μικροδιαφορές μεταξύ τους, έχουν την ίδια λογική της καθαρτικής επανάληψης. Υπακούουν δηλαδή στο γενικό  ονειρικό μοτίβο σειριακότητας, που με αλαλιάζει κατά καιρούς. Αναφέρθηκα στην έννοια  «λογική», μιλώντας πιο πάνω για λογική καθαρτικής επανάληψης και όχι για παραλογισμό, ο οποίος, κατά γενική ομολογία, διακρίνει τον κόσμο των ονείρων, γιατί ήξερα και ξέρω στη πολύ συγκεκριμένη περίπτωση ονείρου το «πώς», το «πότε» το «γιατί». Έχει να κάνει με τη μορφή του πατέρα μου και το πέος μου. Κάθε φορά που εμφανίζεται μπροστά μου ο πατέρας μου, όταν κοιμάμαι και ονειρεύομαι, αποκολλάται το πέος μου, σαν να ήταν προσαρμοσμένο στα αχαμνά μου. Ξεπροσαμόζεται λοιπόν κι εγώ προσπαθώ να το προσαρμόσω και πάλι, σε κατακερματισμένες στιγμές λίγων δευτερολέπτων. Ο λόγος που μου συμβαίνει αυτός ο σπασμωδικός LEGO ευνουχισμός είναι το γεγονός ότι στην εφηβεία μου ο πατέρας μου δεν ένιωθε άνετα με το πέος μου. Το θεωρούσε μεγαλύτερο από το δικό του και, από όσο θυμάμαι, όταν φοράγαμε και οι δυο σλιπάκια, ήταν… Πόση ενοχή και ντροπή να βαστάξω… Το υποσυνείδητό μου λειτουργούσε τόσο σκληρά εικονοποιητικά ξανά και ξανά στο ύπνο μου για νε με σώσει. Και μ’ έσωσε! Παρότι είχα επίγνωση, όπως είπα, του «πως», του «πότε» και του «γιατί» αυτής της συντριπτικής –τελικά και για τους δύο μας– σύγκρισης πατέρα και γιου, αδυνατούσα να τη διαχειριστώ ως ανάμνηση, προκειμένου να μην με στοιχειώνει στον ύπνο μου. Κάποια στιγμή είπα στον πατέρα μου, ίσως στο ύπνο μου ίσως στο ξύπνιο μου:  «Εγώ, πατέρα μου, ποτέ δεν σου κάκιωσα για τις πλάτες σου, το στέρνο σου, τα χέρια σου και τα πόδια σου, για το ότι είσαι δυσθεώρητος μπροστά μου. Σε θερμοπαρακαλώ, γεννήτορά μου, μην κακιώνεις για το πέος του μονάκριβού σου». Σήμερα, μετά την εξωτερίκευση αυτής ολόψυχης, ευγενούς και λίγο ποιητικής παράκλησης προς εκείνον, μπορώ να διαχειρίζομαι όλο αυτό συνειδητά και να μην βρίσκομαι τόσο άδικα θυματοποιημένος απένατί στην υποσυνείδητη βάσανο των ονειρικών ευνουχισμών μου.
Έχω ξεμπερδέψει πια μ’ αυτό το όνειρο σε παραλλαγμένα στιγμιότυπα, που το ολίγων δευτερολέπτων παγωμένο ένα έφερνε το ολίγων δευτερολέπτων παγωμένο επόμενο. Χωρίς τα στιγμιότυπα αυτά να έχουν αιματοβαφτει ποτέ ούτε από σταγονίδιο αίματος, καθότι οι εξακολουθητικοί ευνουχισμοί μου ήταν πάντα αναίμακτοι, σε κάθε μηδαμινή διαφοροποίηση, σε κάθε ανεπαίσθητη παραλλαγή, σε κάθε κατ’ ελάχιστον απόκλιση του επόμενου από τον προηγούμενο. Έχω όμως ξεμπερδέψει και με την επαναλαμβανόμενα αναζητούμενη από μένα, ανώνυμη σεξοπεριοχή, στην οποία κάθε φορά αλώνιζα, έρμαιο των ακόλαστων διαβαθμίσεων της σεξουαλικής μου επικυριαρχίας. Χάρη στο ντόμπρο υποσυνείδητό μου έχω καθαρθεί πια σε συνειδητό επίπεδο από όσα με βασάνιζαν γύρω από το πώς αντιλαμβάνομαι το σεξ, τη σεξουαλικότητά μου, τη σεξουαλική μου ζωή.  Έτσι μου έχει απομείνει το άσχετο υφολογικά, αλλα και ως περιεχόμενο, βιβλίο που μου πασάρισε ως δικό μου ό εκδοτικός οίκος  Ανάγκη, το περίπτερο του πνεύματος και ο ακέφαλος περιπτεράς του με τα μαθημένα χέρια να εισπράττουν λεφτά και οι αναρριχητικές προσπάθειες μου, πόρτα πόρτα, να φτάσω στην κορυφή της φαβέλας-λαβυρίνθου. Αυτά ως τώρα. Περιμένω το μιας άλλης θεματικής, επόμενο όνειρό μου που το δίχως άλλο θα υπακούει κι αυτό σε μια εκτενή σειριακότητα λεπτοφυών παραλλαγών, όπως και τα προηγούμενα που ανέφερα. Με αλλά λόγια, τα καφκικά επεισόδια λοξής τηλεοπτικής σειράς που δεν «κατέβασα» από το Netflix και δεν την απολαμβάνω στην οθόνη του λάπτοπ μου. Την βιώνω σε ένα πολυδαίδαλο παράλληλο σύμπαν με αυτό που βρίσκομαι από όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, με αυτό που ζω επί μέρες, βδομάδες, μήνες, χρόνια, με αυτό που καταλάβαινα, καταλαβαίνω και θα καταλαβαίνω μέχρι το τέλος της ζωής μου ως αλήθεια, πραγματικότητα, υπάρχουσα κατάσταση, καθημερινότητα.

Άλλες Επιλογές


Γλαύκωψ Στέφανος Β. Κουκουλομάτης - Η βίβλος των ακατονόμαστων νεκρών - Μυθιστόρημα - 12/5/2020

Σε αρχαίες εποχές, τις όσες δεν θα θέλαμε να γνωρίσουμε ποτέ, γεννήθηκαν οι παράλογοι θεοί, αυτοί οι όσοι δεν θέλουμε να συναντήσουμε ούτε εις τα όνειρά μας. Αν θέλεις να μελετήσεις την ιστορία τους και να μην θανατωθείς με ανήθικο τρόπο πρέπει να είσαι αληθινός και να μην κρύβεις, όπως επίσης δεν πρέπει να φανερώνεις σε άλλους, οι οποίοι δεν είναι άξιοι και ανθεκτικοί, τα μυστικά τού αόρατου κόσμου τα όσα φανερώνονται καθώς ψαχουλεύεις όσες γνώσεις άφησαν. Οι γραφές αυτών ήταν και είναι απαγορευμένες και κανείς μικροπρεπής, ως σήμερα, δεν ήταν ικανός να αποκρυπτογραφήσει όσα παράξενα σύμβολα χρησιμοποιούσαν για αλφάβητο. Με άλλα λόγια πρέπει να είσαι πέρα από θαρραλέος και δυνατός, να πιστεύεις ότι υπάρχουν όλες οι αόρατες έννοιες κάθε τελετής τις οποίες πραγματοποίησαν. Οι προφορά τους ήταν απαγορευμένη -ακόμα και αν ήθελες πάλι δεν ήσουν ικανός να αρθρώσεις τις παράξενες βέβηλες λέξεις διότι η κατασκευή των φωνητικών χορδών σου δεν θα επέτρεπε να τις προφέρεις σωστές και υπήρχε ένα σοβαρό πρόβλημα το οποίο ακόμα και σήμερα ισχύει: Αν κάποιος προφέρει λάθος τις όσες λέξεις υπονοούν τα σύμβολα αυτά λύεται ο κώδικας συνοχής της σάρκας του με απερίγραπτο κακό τρόπο και διαλύεται ως και η ψυχή του με τέτοιο τρόπο ώστε να μην είναι δυνατόν κάποιος να σώσει την όποια ψυχή τόλμησε να προσπαθήσει να προφέρει τα σύμβολα αυτά.
Οι ψυχές των Αρχαίων Ανώνυμων υπάρχουν και σήμερα. Η μετάβαση ονομαζόμενη θάνατος δεν είναι ίδια με την δική τους –για Αυτούς ο θάνατος ήταν και είναι κάτι διαφορετικό –είναι αντίστροφος από τόν δικό μας. Κάθε φορά, όταν περνούσε ένας από αυτούς προς την άλλη πλευρά, η ψυχή του περίμενε την ψυχή ενός άλλου και μετά από απερίγραπτες βέβηλες τελετές οι οποίες περιγράφονται μόνο με τα σύμβολα τής γλώσσας τους, οι δύο ψυχές γινόντουσαν μία και αυτό επαναλαμβάνεται ως τις μέρες μας. Οι γνώσεις των δύο γινόντουσαν γνώσεις ενός. Όπως σήμερα υπολογίζουμε ο ένας Αυτών περιέχει γνώσεις χιλιάδων άλλων Ανώνυμων ή Ακατονόμαστων Νεκρών –οφείλω να ‘πω ότι έτσι τούς ονόμασε ο παρανοϊκός συγγραφέας και ερευνητής Χάδης τολμώντας να πλησιάσει τήν ΧαλυFδίνη· την πόλη των διεστραμμένων μετάλλων η οποία περιφέρεται εις τις αμαυρές χαώδεις και βέβηλες δίνες του Τάρταρου. Εκεί ο Χάδης ηύρε και τα τελευταία χειρόγραφα τού τρελλού Άραβα. Τα όσα σύμβολα σας δείχνω είναι τελετουργικές πορείες μεταξύ άστρων. Κάθε σύμβολο είναι χάρτης, ο οποίος μεταμορφώνει οποιαδήποτε άλλη μορφή ζωής σε Ανώνυμο Νεκρό –λέγεται ότι κάθε μορφή ζωής κάποια στιγμή ενώνεται με Αυτούς. Τα περισσότερα σύμβολα είναι θέσεις άστρων σε γαλαξίες, ή φαινόμενα του κόσμου των αστέρων και θέσεις γαλαξιών, αλλά και άλλων υλικών, ενεργειακών, ή άγνωστων συμβάντων –αόρατων και ορατών φαινόμενων εις τον εξωγαλαξιακό και μεσογαλαξιακό χώρο. Μαζί με τα χειρόγραφα ηύρα και κείμενα τα οποία δεν τόλμησα να φανερώσω αλλά δεν θέλησα και να τα αφανίσω συμφωνώντας και με την γνώμη τού Άραβα, πιστεύοντας ότι πρέπει να υπάρχουν κάπου για να υπάρχει τρόπος περιορισμού των Ακατονόμαστων Νεκρών -πράγμα το οποίο αμφιβάλω ότι γίνεται. Δεν έχω τις απαραίτητες γνώσεις, όσες θα με βοηθήσουν να επιβεβαιώσω την πιθανότητα αλλοίωσης, ή θανάτωσης, Αυτών διότι λέγεται ότι θα εμφανιστούν ξανά όταν ο Θάνατος πεθάνει, όπως αναφέρει ο Άραβας.
Πιστεύω ότι έκρυψα καλά τα κείμενα αυτά με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να τα διακρίνει όποιος έχει τήν δύναμη να τα εύρει και να τα χρησιμοποιήσει.
Οι όσοι χάρτες αποφάσισα να φανερώσω βοηθούν έναν ευρηματικό και ευφυή άνθρωπο, ο οποίος έχει τις γνώσεις και την ικανότητα να εννοήσει ότι ο μη γραμμικός χρόνος είναι ο χώρος, ο οποίος δεν έχει διαστάσεις διότι δεν μετριέται, είναι αγέννητος και υπάρχει παντού αθάνατος χωρίς αρχή και τέλος. Μόνο όποιος εννοήσει ότι κάθε σημείο είναι οπουδήποτε και όλα τα σημεία γίνονται ακίνητα σε ένα σημείο, θα δεί. Με άλλα λόγια αν εννοήσει πόσο απλή είναι η δομή όλων όσων υπάρχουν και φαινομενικώς βλέπουμε σε απόσταση ενώ δεν έχουν διάστημα μεταξύ τους. Μόνο αυτός ο οποίος θα δεί ότι κάθε είδους μηχανή είναι άχρηστη και απλώς δείχνουν την φαινομενική απόσταση στρεβλώνοντας την αντίληψη η οποία αν ήταν σωστή θα μας βοηθούσε να δούμε την αληθινή όψη όλων. Οι διαχωρισμοί και ταξινόμηση όλων όσων βλέπουμε είναι ιδέες οι οποίες μετατρέπουν την πραγματικότητα ψευδώς και χάνουμε την επαφή μας με τον χώρο. Μερικοί Ακατονόμαστοι Νεκροί είχαν δεί τον τρόπο, αλλά δεν είχαν δυνάμεις διά να εφαρμόσουν την ιδέα αυτή σε όλο τον πολιτισμό τους και όταν αισθάνθηκαν τήν αδυναμία τους είδαν ότι κάποια στιγμή μετά από πολλά εκατομμύρια χρόνια θα έχουν ικανότητα να μεταδώσουν σε όλα τα όντα την ανακάλυψή τους. Έτσι για να μη χαθούν ηύραν τρόπο να σταματήσουν κάθε ζωτική λειτουργία τους και να περιμένουν την εξέλιξη, διαγράφοντας τα ισχυρά ονόματά τους, τα οποία είναι κώδικες οι οποίοι ενεργοποιούν τις ζωτικές τους λειτουργίες και τους επαναφέρουν ξανά εις την γέννηση και ό,τι και αν είναι αυτό το οποίο ονομάζουμε ζωή. Όταν εξελιχθούν τα όντα θα εύρου τρόπο να τους επαναφέρουν για να εφαρμόσουν τις όσες ιδέες και φυσικούς νόμους ηύραν και έτσι θα είμαστε όλοι παντού και σε ένα σημείο.
Όμως καθώς περνούσαν οι χιλιετηρίδες εννόησαν ότι κάτι τέτοιο θα ήταν άχρηστο και θα έμοιαζε περισσότερο με εντροπία. Με άλλα λόγια η όψη του Ενός το οποίο είναι όλα είναι ο θάνατος της δημιουργίας και έτσι πρέπει η δύναμη της δημιουργίας να μείνει πάντα άγνωστη. Έτσι οι Ανώνυμοι Νεκροί έγιναν φύλακες τού Αδημιούργητου Ανοριακού και διαλύουν τις πυκνότητες και τους κώδικες της δομής κάθε όντος το οποίο προσπαθεί να λύσει το πρόβλημα του Ενός ή Θεού, όπως πολλές θρησκείες ονομάζουν τα θεάματα της φύσεως όλων. Έτσι διά τους οφθαλμούς κάθε είδους και μορφής γεννημένου το οποίο προσπαθεί να φανερώσει ή να δεί τα της φύσεως θεάματα, οι Ακατονόμαστοι Νεκροί ομοιάζουν με αιμοβόρα και κακόβουλα πλάσματα τα οποία εφαρμόζουν τις χειρότερες φαντασιώσεις τους σε κάθε πλάσμα το οποίο επιχειρεί να περάσει το όριο αυτό. Μερικοί γήινοι λαοί συμβόλιζαν τούς φύλακες με φτερωτά πλάσματα καλά ή κακόβουλα, αλλά τώρα είμαι ικανός και πεπεισμένος ώστε να βεβαιώσω ότι οι ονομαζόμενοι φύλακες δεν έχουν καμμία σχέση με ό,τι γνωρίζετε ως σήμερα και καλώς θα κάνετε να μην προσπαθήσετε να ερευνήσετε και να φανερώσετε τις όψεις αυτών διότι κάθε εύρημα το οποίο θα σας φέρνει κοντά παραλλήλως θα σας φέρνει και κοντά σε κάτι ό,τι και όσα είναι χειρότερα από θάνατο.

Άλλες Επιλογές


Στέφανος Γλαύκωψ Β. Κουκουλομάτης - Ο θρησκόληπτος - Μυθιστόρημα - 11/5/2020

Κάθε βράδυ, όταν όλοι κοιμόντουσαν, καθόταν εις το δωμάτιό του αφήνοντας μόνο χαμηλό φως και έκλαιγε. Ο τοίχος, ο οποίος ήταν κτισμένος ακριβώς απέναντί του, έννοιωθε βάρος διότι τόν έβαζε εις την θέση αυτή κάθε βράδυ ένας άνθρωπος.
Ο τοίχος δεν είχε πει κάτι ως κάποιο βράδυ, όταν αισθάνθηκε φοβερή πίεση από την καθημερινή μελαγχολική διάθεση τού προστατευόμενού του και του είπε:
<<Μα γιατί κλαις κάθε βράδυ;>> του είπε με ήρεμη φωνή ο τοίχος.
<<Οποίος έλεξε!...>> είπε τρομαγμένος ο άνθρωπος.
<<Εγώ, ο τοίχος.>>
<<Οποίος;...>>
<<Ο τοίχος. Εδώ.>>
<<Τρελλάθηκα!>> σκέφτηκε.
Πριν περάσει πολύς χρόνος, όταν έφυγε ο φόβος και αποφάσισε να ομιλήσει. Είπε προς τον τοίχο, ο οποίος έμεινε άφωνος ως να προσπαθήσει πιεσμένος να ομιλήσει ξανά ο άνθρωπος λέγοντας: <<Μα, πως;... οι τοίχοι δεν ομιλούν, δεν λέγουν.>> είπε επιφυλακτικός.
<<Φυσικά και ομιλούν!>> απαντά ο τοίχος >>Απλώς, δεν το κάνουν συχνά. Βλέπεις, οι τοίχοι δεν κτίζονται για να ομιλούν με τους ανθρώπους, ο ρόλος τους είναι συγκεκριμένος. Όμως αν ένας τοίχος δει ότι κάτι δεν πάει καλά με τον άνθρωπο, τον οποίο βλέπει κάθε ημέρα και νύκτα, αρχίζει να λέει, για να ελαφρύνει το βάρος.>>
<<Να σου πώ, ίσως πιθανέ φίλε εμού, Τοίχε. Πολλοί έρωτες, οι όποιοι εκφράστηκαν: Εις το πλήθος, εις την όψη τού εραστή, εις την σιωπή, εις τα δωμάτια, είς βάθος, εις θάλασσαν, εις τους δρόμους, πάνω εις τα όρη, αλλά και κάτω από καυτερό ήλιο, εις την βροχή, την έρημο και οπουδήποτε αλλά και οποτεδήποτε, ως την στιγμή τού θανάτου, απ’ όταν γεννήθηκαν εις το μυαλό κάθε ανθρώπου ως έρωτες και δεν ηύραν ανταπόκριση, έσβησαν όπως οι μικρές υδάτινες στάλες εις τους ήλιους τού γαλαξία, διά να φωτίζουν τα παιχνίδια αυτών, τών όσων πέτυχαν όσα ήθελαν όταν ζούσαν... πώς όλοι αυτοί θα γνώριζαν το μέλλον; Πως ίσως θα χωρίσουν εις την γη των ηδονών ή αλλού, ή εις την φρικαλέα κωλυόμενη επανάληψη κάποιας βαριάς τιμωρίας. Διά αυτά και άλλα, έμαθα να μην κάνω συμβόλαια με όποιο τυχαίο δόλιο και σκοτεινό Κακόβουλο Δαιμόνιο!>>

Αθήνα 1990

Άλλες Επιλογές